Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Δεν γίναμε μια ξεχασμένη ιστορία. Οι ξεχασμένες ιστορίες δεν επιστρέφουν ξαφνικά ένα βράδυ, επειδή άκουσες ένα τραγούδι. Δεν σε περιμένουν σε μια γωνία της πόλης, ούτε κρύβονται στη μυρωδιά ενός αρώματος που πέρασε δίπλα σου. Οι ξεχασμένες ιστορίες χάνονται. Εμείς δεν χαθήκαμε ποτέ. Απλώς μάθαμε να κάνουμε πως δεν υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον.
Ξέρεις τι ξεχνιέται; Οι ημερομηνίες. Οι τελευταίες κουβέντες. Ακόμα και οι λόγοι που τελείωσε κάτι. Αυτό που δεν ξεχνιέται ποτέ είναι ο άνθρωπος που ήσουν όταν ζούσες εκείνη την ιστορία. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν αφήνουν πίσω τους αναμνήσεις. Αφήνουν εκδοχές του εαυτού σου που δεν ξαναγύρισαν ποτέ.
Δεν μου λείπεις κάθε μέρα. Αυτό είναι το εύκολο ψέμα που λέμε μεγαλώνοντας. Η αλήθεια είναι πιο περίεργη. Μπορεί να περάσουν μήνες χωρίς να σε σκεφτώ. Και μετά, μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα, να γκρεμιστούν όλα. Ένα μέρος. Μια φράση. Ένα γέλιο που έμοιαζε με το δικό σου. Και ξαφνικά συνειδητοποιείς πως ο χρόνος δεν έσβησε τίποτα. Απλώς δίδαξε τη μνήμη να κάνει λιγότερο θόρυβο.
Κάποτε πίστευα πως οι άνθρωποι φεύγουν οριστικά. Τώρα ξέρω ότι αυτό δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ. Μένουν σε λέξεις που χρησιμοποιείς χωρίς να θυμάσαι από πού τις έμαθες. Σε συνήθειες που νόμιζες πως ήταν πάντα δικές σου. Στον τρόπο που κοιτάζεις τη θάλασσα, που πίνεις τον καφέ σου, που σωπαίνεις όταν κάτι σε πονάει. Οι άνθρωποι δεν παίρνουν όλα τους τα πράγματα όταν φεύγουν. Ξεχνούν λίγα μέσα μας. Κι αυτά μεγαλώνουν σαν να τους ανήκαν από πάντα.
Γι’ αυτό δεν πιστεύω στις ξεχασμένες ιστορίες. Πιστεύω στις ιστορίες που έπαψαν να ζητούν εξηγήσεις. Σε εκείνες που δεν χρειάζονται επιστροφές για να αποδείξουν ότι υπήρξαν. Γιατί δεν μετριέται η αξία μιας ιστορίας από το πόσο κράτησε. Μετριέται από το αν, χρόνια μετά, σε έκανε να γίνεις καλύτερος ή χειρότερος άνθρωπος.
Και η δική μας δεν ξεχάστηκε.
Έμεινε εκεί.
Ήσυχη.
Όχι σαν μια πληγή που περιμένει να ανοίξει.
Σαν μια αλήθεια που δεν χρειάζεται πια να αποδείξει τίποτα.
