Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Υπάρχουν άνθρωποι που όταν πληγώνονται δεν κάνουν θόρυβο. Δεν φεύγουν με φωνές, δεν σπάνε πράγματα, δεν ψάχνουν τρόπο να εκδικηθούν. Δεν προσπαθούν να κρατήσουν κάποιον με το ζόρι, ούτε να αποδείξουν πόσο υπέφεραν. Απλώς σωπαίνουν. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, κουβαλάνε μόνοι τους όλο το βάρος.
Τις σκέψεις που δεν είπαν, τα «γιατί» που έμειναν αναπάντητα, τις νύχτες που έμαθαν να κοιμούνται με έναν κόμπο στο στήθος. Γιατί οι άνθρωποι που πονάνε βουβά συνήθως έμαθαν από νωρίς να μην ενοχλούν κανέναν με τη θλίψη τους. Θα τους δεις να χαμογελάνε ενώ μέσα τους διαλύονται.
Να συνεχίζουν κανονικά τη μέρα τους ενώ κάτι μέσα τους έχει καταρρεύσει. Να λείπουν σιγά σιγά, χωρίς σκηνές και χωρίς εξηγήσεις, γιατί κάποια στιγμή κουράζονται να παλεύουν μόνοι τους για σχέσεις που έπρεπε να είναι αμοιβαίες. Κι αυτό είναι που μπερδεύει τους περισσότερους.
Επειδή δεν φώναξαν, νομίζουν πως δεν πόνεσαν αρκετά. Επειδή δεν παρακάλεσαν, νομίζουν πως δεν αγάπησαν βαθιά. Επειδή έφυγαν ήσυχα, νομίζουν πως τους ήταν εύκολο. Μόνο που οι πιο βαθιοί άνθρωποι δεν κάνουν πάντα τον μεγαλύτερο θόρυβο.
Μερικές φορές κάνουν ακριβώς το αντίθετο, κρύβουν τον πόνο τους τόσο καλά, που στο τέλος μοιάζει σαν να υπέφεραν μόνο οι άλλοι. Κανείς όμως δεν βλέπει εκείνες τις στιγμές που έμειναν μόνοι και λύγισαν. Τις φορές που κατάπιαν λέξεις για να μη πληγώσουν περισσότερο. Τις μάχες που έδωσαν μέσα τους χωρίς να ζητήσουν ούτε κατανόηση ούτε λύπηση. Ο βουβός πόνος είναι περίεργος πόνος.
Δεν ζητά προσοχή. Δεν χρειάζεται κοινό. Αλλά αφήνει τα πιο βαθιά σημάδια.
Και ίσως το πιο άδικο απ’ όλα να είναι αυτό, ότι ο κόσμος έμαθε να αναγνωρίζει μόνο τον θόρυβο, ενώ οι πιο αληθινοί πόνοι περνούν σιωπηλά από δίπλα μας, χωρίς ποτέ να ακουστούν.
