Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Δεν πειράζει που δεν άντεξες, άντεχες όλες τις μάχες που γινόντουσαν μέσα σου. Πάλεψες με τα θέλω σου, τα άφησες πίσω , πάλεψες μέχρι τέλους, του δικού σου τέλους, ναι, έβλεπες πως έρχεται πάλι το θεριό έτοιμο να σε καταπιεί, μα σε κατάπινε σιγά σιγά, το κοιτούσες και δεν του έδινες σημασία, έκανες πάλι τα ίδια λάθη, εκείνα που είχες πει πως δεν θα κάνεις ξανά, πως είχες μάθει πια, μπούρδες, γιατί αυτός είσαι, γιατί η ψυχή σου δεν αντέχει να κάνει πως δεν βλέπει τι γίνεται γύρω σου, γιατί έχεις μάθει να πολεμάς και πολέμησες για εκείνους, για εσένα, μα σε άφησες πίσω νομίζοντας, πάλι, πως οι άλλοι το βλέπουν και πως είναι σαν εσένα και πως θα σε κοιτάξουν.
Κάνεις δεν είναι σαν και εσένα γιατί έχουν τα δικό τους θέλω που εσύ επιλέγεις ή όχι, που εσένα σου κάνει ή όχι. Εσύ είσαι υπαίτιος, οι άλλοι δίνουν αυτό που θέλουν, αυτό που έχουν μάθει, μέχρι εκεί, ναι. Όριο λέγεται, εσύ δίνεις ότι δεν σου ζήτησαν ποτέ και περιμένεις να πάρεις πίσω τα ίδια και ξεγελιέσαι για ακόμα μια φορά και περιμένεις. Όριο…
Μην περιμένεις φίλε μου, δώσε εκείνα που θέλεις να δώσεις και αν δεν πάρεις εκείνα που σου αξίζουν, φύγε, τρέξε μην κάθεσαι. Έχεις την χαρά μέσα σου, μην την σπαταλάς για εκείνους που δεν ξέρουν να δίνουν, μην γίνεις ένας από αυτούς, δεν είσαι εσύ έτσι, απλά βάλε τα πόδια σου στους ώμους, τύλιξε με μια όμορφη κορδέλα την μεταξένια σου καρδιά, και φύγε για τα δικά σου λιβάδια που είναι όπως τα θέλεις εσύ, όπως τα ξέρεις εσύ και αν πάλι βρεθούν μπροστά σου σπρώξε τους στο πλάι, κοίτα μόνο ευθεία και μην τους αφήσεις να σου αποσπάσουν την προσοχή γιατί έχεις όνειρα, έχεις πράγματα να κάνεις και η ζωή είναι τόσο ωραία και σε περιμένει για τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ζωής σου, για εκείνα που ονειρεύεσαι και ζεις, για το φως που βλέπεις και οι άλλοι το λένε καταιγίδα, το λένε δύσκολο.
Εσύ ξέρεις τι είναι δύσκολο, εσύ ξέρεις μέχρι που μπορείς να πας και ας φας τα μούτρα σου λιγάκι, πάλι θα γελάσεις με τις βλακείες σου και θα προσπαθήσεις να τα φτιάξεις. Και αν ο δρόμος σου είναι αυτός της μοναξιάς, της χαράς, της δικής σου ευχαρίστησης τότε αυτόν να πάρεις όπως έκανες ξανά και ξανά και δεν το μετάνιωσες γιατί έλαμψες, γιατί είδες εσένα, τα όρια σου, μέχρι που μπορούσες να φτάσεις και τα κατάφερες, ναι, και έγινες υπερήφανος και ας σε έριχναν οι άλλοι για να φανούν.
Δεν πειράζει, αρκεί που πήγες εκεί που ήθελες και ας γέμισες αγκάθια, αγκάθια που έκανες λουλούδια και τύλιξαν το παραμορφωμένο σου κορμί που τελικά άρχισε να ξαναγεννιέται και να είναι όμορφο και να έχει δύναμη να ρίξει κάτω τα πιο μεγάλα βουνά. Υπερήφανος γιατί αν νιώθεις έτσι μέσα σου και κανείς να μην ξέρει ή να κάνει πως δεν βλέπει, δεν σε αφορά γιατί σου αρέσεις, σε πας βρε παιδί μου, πως το λένε.
Και βάλε το Φλωρινιώτη να τραγουδά «πειράζει που είμαι και μεγάλη φίρμα» έτσι για να γουστάρεις και άσε τους να σε κοιτούν με απορία. Αγάπα εσένα γιατί κανείς τους δεν θα το κάνει. Λίγοι βλέπουν, δίνουν, δεν ζηλεύουν, εκτιμούν κλπ κλπ κλπ.
Ξέρω πως πάλι θα κλάψεις βαθιά για πολύ καιρό, πως θα πονέσεις και θα πονάς πολύ και ξέρεις ο πόλεμος σου θα είναι βουβός και θα πρέπει να σε αγκαλιάσεις πολύ!
Όρια φίλε μου.
Όρια…
