Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Έχω από καιρό ανοίξει μια βαλίτσα και μαζεύω πράγματα.
Κουσουράκι από τα παλιά, να ταξιδεύω με τα δικά μου “απαραίτητα” που ποτέ δεν ήταν τα κλασικά.
Ήξερα πάντα πόσα ρούχα, πόσα παπούτσια.. και μετά να γεμίζω την βαλίτσα με τα δικά μου “απαραίτητα”.
Φωτογραφίες, σημειώματα, αντικείμενα που ξέμειναν από τις στιγμές, ημερολόγια, μνήμες, λέξεις, προσδοκίες, απογοητεύσεις..
Καιρό τώρα την έχω ανοίξει αυτή τη βαλίτσα και σιγά σιγά, τα τοποθετώ όλα στη θέση τους.
“Ατάκτως ειρημένα, πάλι;”, θα έλεγε εκείνη.
“Πάλι χάος;” θα έλεγε εκείνος.
Και το “πάλι” θα με έκανε να χαμογελάσω, άλλη μια φορά.
Κι όμως.. εκεί που ατάκτως ειρημένα φτιάχνω το χάος που θα με συνοδεύσει, εγώ ξέρω..
Ξέρω τι θέση έχει το κάθετί.
Κι όσο την κοιτάζω, αυτή τη βαλίτσα, τόσο περισσότερο μου μοιάζει.
Κουβαλάει τα πάντα. Τα σωστά, τα λάθος, τα αχρείαστα και τα πολύτιμα.
Είναι το προσωπικό μου μουσείο συναισθημάτων.
Κάθε αντικείμενο, μια ανάσα από το παρελθόν. Κάθε χαρτάκι, ένα “σ’ αγαπώ” που ειπώθηκε ή δεν ειπώθηκε ποτέ.
Κι όσο περνά ο καιρός, καταλαβαίνω πως δεν είναι θέμα αποσκευών· είναι θέμα μνήμης.
Πόσα κουβαλάμε γιατί δεν ξέρουμε να αφήνουμε.
Πόσα κρατάμε γιατί φοβόμαστε πως αν τα πετάξουμε, θα χαθούμε κι εμείς μαζί τους.
Έτσι κι εγώ, ανάμεσα σε ξεθωριασμένες φωτογραφίες και εισιτήρια από ταξίδια που δεν τελείωσαν ποτέ, βάζω λίγη σκόνη από όνειρα.
Όνειρα που δεν άντεξαν να γίνουν πράξη.
Όχι γιατί δεν μπορούσαν, αλλά γιατί δεν ήθελα πια να τα κυνηγήσω.
Έχω μάθει, βλέπεις, πως δεν χρειάζεται να κουβαλάς ολόκληρη τη ζωή σου για να θυμάσαι ποιος είσαι.
Αρκεί να κρατήσεις λίγα, αυτά τα λίγα που σε έφτιαξαν.
Τα άλλα, άστα. Όπως αφήνεις το νερό να κυλήσει, να καθαρίσει το παλιό, να ανοίξει χώρο για το καινούργιο.
Κι όσο αδειάζω τη βαλίτσα, τόσο ελαφραίνω.
Όχι γιατί πετάω, αλλά γιατί επιλέγω.
Επιλέγω τι αξίζει να με συνοδεύει στο επόμενο ταξίδι.
Ποιος αξίζει. Ποιο συναίσθημα. Ποια ανάμνηση.
Κάποτε, κουβαλούσα για να μην ξεχάσω.
Τώρα κρατάω μόνο ό,τι δε με βαραίνει.
Κι αν κάτι κατάλαβα σ’ αυτή τη διαδρομή, είναι πως το “χάος” που μας ακολουθεί, δεν είναι ελάττωμα, είναι ιστορία.
Είναι οι μικρές μας εκκρεμότητες με το παρελθόν.
Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Οι άνθρωποι που δεν έμειναν.
Τα “αν” που έγιναν πέτρες και κάθισαν μέσα μας.
Μα ξέρεις τι αλλάζει;
Ότι κάποια στιγμή, σταματάς να παλεύεις να τακτοποιήσεις το χάος σου.
Το αποδέχεσαι.
Το βάζεις στη βαλίτσα σου, δίπλα στα “απαραίτητα”, και λες: “Αυτό είμαι. Με όλα μου.”
Κι εκεί κάπου, συνειδητοποιείς πως δεν ταξιδεύεις για να ξεφύγεις.
Ταξιδεύεις για να θυμηθείς ποια ήσουν, πριν αρχίσεις να κουβαλάς τόσα πολλά.
Φεύγω, στο είπα;
