Γράφει η Ιωάννα Ανδριανού
Αργείς. Κι όσο περνάει η ώρα, τόσο βαραίνει η σιωπή γύρω μου. Δεν είναι απλά η απουσία σου που με τρώει· είναι η προσμονή. Μου λείπεις. Μου λείπει η φωνή σου, το άγγιγμά σου, εκείνη η αίσθηση πως, όσο σκληρή κι αν είναι η μέρα, στο τέλος υπάρχεις εσύ.
Ξέρεις, η αναμονή δεν είναι απλή υπόθεση. Είναι σαν να περπατάς ξυπόλυτος σε δρόμο γεμάτο σπασμένα γυαλιά. Κάθε λεπτό χωρίς εσένα χαράζει και μια μικρή πληγή. Κι όμως, συνεχίζω να περιμένω. Γιατί η απουσία σου πονάει, αλλά η σκέψη πως θα σε ξαναδώ με κρατάει ζωντανή.
Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πως ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Μα τι να γιατρέψει ο χρόνος όταν η καρδιά χτυπάει ακόμα στο ρυθμό σου; Τι να γιατρέψει όταν κάθε σκέψη, κάθε ανάσα, γυρίζει πίσω σε εσένα; Δεν είναι ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Είναι ότι δεν θέλω. Γιατί εσύ δεν ήσουν ποτέ “κάποιος” στη ζωή μου· ήσουν το κέντρο της.
Κι όσο αργείς, τόσο πιο δυνατή γίνεται η έλλειψή σου. Δεν έχει σημασία αν είναι μέρες, μήνες ή και χρόνια. Το μέτρο του χρόνου αλλάζει όταν λείπεις. Οι στιγμές φαντάζουν αιώνες. Και το κενό δεν γεμίζει με τίποτα, όσο κι αν προσπαθώ να το καλύψω με δουλειά, φίλους ή θόρυβο.
Αργείς. Μου λείπεις. Μα θα σε περιμένω. Γιατί η αλήθεια είναι πως, όσες φορές κι αν προσπάθησα να σε σβήσω, καμία δεν τα κατάφερα. Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο σκληρή παραδοχή: πως με εσένα δεν μετράω αποστάσεις, ούτε ώρες. Μετράω μόνο πόσο πολύ σε χρειάζομαι.
