Γράφει η Ματίνα Νικάκη
Όταν σε γνώρισα, το πρώτο πράγμα που διέκρινα σ’ εσένα ήταν αυτό που κανονικά θα έπρεπε να με κάνει να το βάλω στα πόδια. Ήταν αυτό που με τρόμαξε αλλά με γοήτευσε κιόλας. Γιατί ήξερα ότι ήταν ένα συναίσθημα αληθινό κι εγώ, μάτια μου, πάντα την αλήθεια έψαχνα.
Και τη βρήκα σ’ εκείνον τον άντρα που είχε μετατραπεί σε αγρίμι. Πολλοί θα με πουν τρελή, ίσως και να μη έβρισκαν καμία δικαιολογία στο να μείνω.
Ανήμερο θεριό ο πληγωμένος άντρας, φίλε μου.
Κουβαλάει πολλά καντάρια θυμού στην ψυχή του. Έχει δώσει απίστευτες μάχες με τον ίδιο του τον εαυτό για να κρατήσει την αξιοπρέπειά του ψηλά κι έχει στήσει στη γωνία το εγώ του άπειρες φορές, ξεφτελίζοντάς το, για τις προδοσίες που ανέχτηκε. Έπιασε από το γιακά την ανδρισμό του, του φόρεσε κουστούμι και τον πέταξε έξω να σταθεί ξανά στα πόδια του, ακόμα κι αν αυτά λύγιζαν.
Και τα κατάφερε.
Τα κατάφερες!
Φώναζες, θύμωνες, έκανες σαν το λιοντάρι στο κλουβί, που πάει πέρα δώθε τρελαμένο. Σε είχαν πονέσει, το ξέρω, χαρά μου. Έμεινα εκεί, μέχρι που ηρέμησες.
Δε μοιραζόσουν, δεν ανοιγόσουν, «δεν έχω τίποτα».
Δε γίνεται να μην έχεις ποτέ τίποτα. Δε σε κατάλαβαν, το ξέρω. Έμεινα εκεί, μέχρι που μου μίλησες.
Προσπάθησες να μείνεις απόμακρος και σιωπηλός. Οι πληγές σου αιμορραγούσαν και σε κρατούσαν πίσω, φοβισμένο. Έμεινα εκεί, ώσπου ήρθες σιγά σιγά κοντά μου, μέχρι να νιώσεις ασφάλεια.
Τίποτα δε μου ήταν εύκολο από την αρχή κι ακόμα το ξέρω πως έχω πολύ δρόμο για να σε ημερέψω. Σου ξέσκισαν την ψυχή και σε άφησαν να βλέπεις γύρω σου μόνο εχθρούς κι εσύ, μάτια μου, επέλεξες να αγαπήσεις το τίμιο μοναχικό κλουβί σου.
Το ίδιο αγρίμι, όμως, δεν έπαψε ποτέ να διψάει την αγάπη.
Να προσεύχεται την ειρήνη.
Να λαχταράει το μοίρασμα.
Και οι άντρες πληγώνονται, αλλά τα στερεότυπα τους αναγκάζουν να σκληραίνουν την ψυχή τους και να μην το δείχνουν. Το κρατάνε μέσα τους, μέχρι που η ψυχή τους σπάει και στάζει σε δάκρυα στην αγκαλιά κάποιας που θα τους καταλάβει.
Ο πληγωμένος άντρας δε γιατρεύεται με συμβουλές.
Ο πληγωμένος άντρας το μόνο που αποζητά είναι ο σεβασμός.
