Γράφει η Γεώρα
Καλύτερα που έφυγες και δεν μου λείπεις πια. Έτσι μου είπα. Στην αρχή ήταν το αντίδοτο μου στον πόνο. Το έλεγα, ωστόσο δεν το πίστευα. Αντιθέτως πονούσα δίπλα. Μου έλειπες, αφάνταστα. Και εσύ και η κάθε σου συνήθεια. Εκείνο το γέλιο σου, εκείνη η χροιά της φωνής σου.
Το βλέμμα σου κάθε πρωί που συναντούσε το δικό μου.
Καλύτερα που έφυγες και δεν μου λείπεις πια. Στην αρχή μου έλειπες και κάπου στη μέση, στο τέλος δεν θα μου λείπεις. Απλά τις στιγμές που με κύκλωνε επιθετικά το παράπονο, απαντούσα με πείσμα, καλύτερα που λείπεις! Με είχα χάσει προ πολλού. Δε με αναγνώριζα. Προσπαθούσα να κρατήσω εσένα και έχανα σταδιακά εμένα. Φοβόμουν τον πόνο.
Ίσως να έφταιγε που τον έβλεπα να με αγγίζει σιγά-σιγά, τόσο ύπουλα και συνάμα τόσο εύστοχα μου χτυπούσε.
Όμως τώρα, δεν μου λείπεις πια. Το εκμυστηρεύτηκα ένα βράδυ στον εαυτό μου. Ήταν τόσο μεγάλο άλμα αυτό για εμένα, όπως τότε που έπρεπε να δεχτώ πως είμαι ερωτευμένη μαζί σου!
Δεν γίνεται να κρατάς κάτι που θέλει να φύγει. Όσο και να το παλέψεις, θα ματώσεις εσύ στο τέλος. Και όταν άρχισα να σου απαντάω με σιωπές, εκεί κατάλαβα πως είχα αποφασίσει να δεχτώ το τέλος.
Και δεν μου λείπεις πια. Έφυγες εσύ και ξαφνικά άρχισα να με γνωρίζω. Δεν λυπάμαι επειδή έφυγες. Λυπάμαι που έχασα εμένα. Τώρα όμως που σιγά-σιγά με βρίσκω μπορώ να σου πω με απόλυτη σιγουριά, καλύτερα που έφυγες μάτια μου, καλύτερα!
