Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Δεν χάθηκε απότομα.
Δεν έσβησε μέσα σε έναν καβγά, ούτε τελείωσε με μια πόρτα που έκλεισε δυνατά. Αυτά είναι για τις ταινίες. Οι αληθινοί έρωτες χάνονται πιο ύπουλα. Σιγά σιγά. Σαν νερό που στάζει από μια μικρή ρωγμή μέχρι να αδειάσει ολόκληρο το σπίτι και να μη μείνει τίποτα όρθιο.
Έρωτας ήταν, δεν λέω. Από εκείνους που σου αλλάζουν τη φωνή όταν μιλάς γι’ αυτούς. Από εκείνους που κάνουν δυο ανθρώπους να ξενυχτούν χωρίς λόγο, μόνο και μόνο γιατί δεν χόρταιναν ο ένας τον άλλον. Ήμασταν εμείς απέναντι σε όλους και για λίγο πίστεψα πως αυτό αρκεί.
Δεν αρκούσε.
Γιατί κάποια στιγμή αρχίσαμε να αγαπάμε περισσότερο τον εγωισμό μας απ’ ό,τι την αγκαλιά που μας περίμενε το βράδυ. Μετράγαμε ποιος πόνεσε πιο πολύ, ποιος έδωσε περισσότερα, ποιος κουράστηκε πρώτος. Κι ο έρωτας δεν αντέχει τις λογιστικές. Δεν είναι επιχείρηση να βγαίνουν τα νούμερα ίσα.
Κουραστήκαμε να εξηγούμαστε.
Κουραστήκαμε να περιμένουμε από τον άλλον να μαντέψει όσα δεν είχαμε το θάρρος να πούμε καθαρά. Κι έτσι αρχίσαμε να σωπαίνουμε. Κι όταν σωπαίνουν δυο άνθρωποι που κάποτε μιλούσαν με τα μάτια, να ξέρεις πως το τέλος έχει ήδη βρει θέση στο τραπέζι.
Το πιο άδικο ξέρεις ποιο είναι;
Πως δεν έφταιξε μόνο ένας.
Κανείς δεν πρόδωσε πραγματικά κανέναν. Απλώς δεν προστατεύσαμε κάτι που νόμιζε ο καθένας πως θα αντέχει για πάντα. Αφήσαμε την καθημερινότητα να μας φάει, τον θυμό να κοιμάται ανάμεσά μας και τις μικρές αποστάσεις να γίνουν ολόκληρες ήπειροι.
Και τώρα;
Τώρα κουβαλάμε κι οι δυο έναν έρωτα σαν παλιό τραγούδι. Από αυτά που μόλις τα ακούσεις, σε πιάνει κάτι στο στήθος αλλά δεν αλλάζεις σταθμό.
Γιατί έρωτας ήταν.
Μεγάλος.
Αλλά καμιά φορά ο μεγάλος έρωτας δεν αρκεί για να μείνουν δυο άνθρωποι μαζί. Χρειάζεται και να ξέρουν πώς να μη χαθούν μέσα σ’ αυτόν.
