Γράφει ο Χάρης Αναστασίου
Ένα μήνυμα σου άφησα στον τηλεφωνητή.
Όχι γιατί δεν μπορούσα να σου μιλήσω. Αλλά γιατί δεν άντεχα να σε ακούσω. Υπάρχει διαφορά. Όταν σε παίρνω και δεν το σηκώνεις, έχω χώρο να πω αυτά που θέλω χωρίς να με διακόψεις. Χωρίς να αλλάξεις τον τόνο μου. Χωρίς να με κάνεις να το πάρω πίσω.
Γιατί αυτό κάναμε πάντα. Λέγαμε κάτι και μετά το μαζεύαμε. Σαν να μην το είπαμε ποτέ.
Αυτή τη φορά δεν το μάζεψα.
Σου είπα ότι κουράστηκα να προσπαθώ μόνος. Ότι κουράστηκα να μαντεύω τι νιώθεις και τι θες. Ότι κουράστηκα να ψάχνω νόημα εκεί που εσύ άφηνες σιωπή. Και δεν στο είπα για να σε κατηγορήσω. Στο είπα για να το ακούσω κι εγώ.
Γιατί όταν τα λες δυνατά, δεν μπορείς να κάνεις πως δεν τα ξέρεις.
Σου είπα ότι σε ήθελα. Όχι όπως το λένε όλοι. Σε ήθελα να είσαι εκεί. Να μείνεις. Να μην το κάνεις δύσκολο. Να μην το αφήνεις στη μέση κάθε φορά που πήγαινε να γίνει κάτι πραγματικό.
Και ξέρεις τι είναι το πιο περίεργο;
Ότι ακόμα κι έτσι, δεν σου ζήτησα να αλλάξεις.
Δεν γίνεται να ζητάς από κάποιον να γίνει κάτι που δεν είναι. Ή θα το δώσει μόνος του ή δεν θα το δώσει ποτέ. Κι εγώ άργησα να το καταλάβω.
Γι’ αυτό και το μήνυμα αυτό δεν είναι για να σε φέρω πίσω.
Είναι για να φύγω εγώ.
Να φύγω καθαρά. Χωρίς εκκρεμότητες. Χωρίς “αν” και “μήπως”. Να ξέρω ότι είπα όσα έπρεπε να πω, ακόμα κι αν δεν τα άκουσες ποτέ.
Γιατί μπορεί να μην το σηκώσεις. Μπορεί να το ακούσεις και να μην απαντήσεις. Μπορεί να το σβήσεις.
Αλλά δεν έχει σημασία πια.
Σημασία έχει ότι αυτή τη φορά δεν έμεινα με αυτά μέσα μου.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο τίμιο που μπορούσα να κάνω.
Να σου αφήσω ένα μήνυμα.
Και να μην περιμένω απάντηση.
