Γράφει η Αναστασία Κακαβά
Το μικρό ανεπαίσθητο σημάδι στο γόνατο θα μου θυμίζει για πάντα εκείνες τις παλιές, ανέμελες εποχές. Όταν τα ρούχα ήταν συνεχώς σκονισμένα από τα χώματα και τα γέλια πλημμύριζαν σαν χείμαρρος την παιδική χαρά της γειτονιάς.
Νομίζω, δυστυχώς, πως ανήκω σε μία από τις τελευταίες γενιές που πρόλαβε να ζήσει τη λεγόμενη «αλάνα». Το ποδήλατο ήταν η προέκταση του κορμιού μας, το μέσο που μας οδηγούσε σε έναν κόσμο φαντασίας! Πόσα παιχνίδια ξεπρόβαλαν από το μικρό μας το μυαλό.
Τα καλοκαίρια κυρίως, μετά την καθιερωμένη μεσημεριανή σιέστα, ξεχυνόμασταν στους δρόμους της γειτονιάς. Με ποδήλατα, μπάλες και μπόλικη όρεξη ξεσηκώναμε τους γείτονες με τις φωνές και τα χαχανητά μας! Οι τσουλήθρες ήταν οι νοητές πύλες για έναν άλλον κόσμο, ενώ οι κούνιες έμοιαζαν με μικρά φτερά πλεγμένα στους ώμους μας · ένιωθες όντως να πετάς, τόσο μα τόσο ελεύθερος!
Σκίζαμε ρούχα, ανοίγαμε πληγές, πέφταμε κάτω, κλαίγαμε μα ξανά και ξανά γυρνούσαμε σε εκείνο το δρομάκι, ανεβαίναμε ξανά στο ίδιο σαραβαλιασμένο ποδήλατο. Βάζαμε λίγο ιώδιο στην πληγή, σκουπίζαμε τα κλαμένα μάτια μας και επιστρέφαμε, γιατί η χαρά του παιχνιδιού ήταν πιο σημαντική από αυτά.
Θυμάστε το κρυφτό; Το κυνηγητό; Τα μήλα; Ατελείωτα ήταν εκείνα τα απογεύματα, δεν κοιτούσαμε ποτέ ρολόι, δεν βαριόμασταν ποτέ. Αντιθέτως, όταν ερχόταν η στιγμή που θα άκουγες τη φωνή της θυμωμένης μάνας να σε καλεί από το μπαλκόνι να επιστρέψεις γιατί «άντε νύχτωσε, δέκα πήγε η ώρα!», άφηνες με θλίψη τα φιλαράκια σου, πάρκαρες κατσουφιασμένος το ποδήλατό σου και σιγοψιθύριζες στον εαυτό σου «υπομονή μέχρι αύριο».
Βαθύς αναστεναγμός αντηχεί στο δωμάτιο όσο αναλογίζομαι αυτές τις μέρες. Τίποτα δεν μας κρατούσε στο σπίτι. Το παιχνίδι και δη το ομαδικό ήταν το άλφα και το ωμέγα της παιδικής μας ηλικίας. Η φαντασία μας ήταν το απόλυτο όπλο κατά της ρουτίνας και της σχολικής καθημερινότητας. Το μυαλό μας σκαρφιζόταν συνέχεια ζαβολιές και πειράγματα, ενώ ακόμα και το «παιχνίδι με κούκλες» έκρυβε τόση δημιουργικότητα.
Αυτή η δημιουργικότητα πλέον έχει παγιδευτεί πίσω από μια οθόνη, καθισμένη σε μια πολυθρόνα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Οι παιδικές χαρές και οι αλάνες έγιναν «πίστες» σε ένα ατελείωτο videogame. το ηλιοβασίλεμα του καλοκαιριού αντικαταστάθηκε από τη λάμπα του γραφείου ενώ οι φίλοι της γειτονιάς έγιναν «παίκτες» με ψευδώνυμα που μπορεί και να μην τους γνωρίσεις ποτέ.
Η εποχή της τεχνολογίας έκανε ομολογουμένως τη ζωή μας ευκολότερη, ίσως όμως να μας στέρησε και κάτι · τον αυθορμητισμό του παιχνιδιού. Η χαρά, το γέλιο, οι φωνές στην παιδική χαρά έγιναν emoticons ενός πληκτρολογίου. Η αποχαύνωση πήρε τη θέση της φαντασίας την ίδια στιγμή που ένα εκπαιδευτικό σύστημα – μπαμπούλας στερεί όλο και περισσότερο ελεύθερο χρόνο από τα παιδιά, αναζητώντας μάλλον μικρούς επιστήμονες ήδη από τις τάξεις του δημοτικού!!!
Η παιδική ψυχή τρέφεται με το παιχνίδι, παιδεύεται και εκπαιδεύεται, αναπτύσσεται και θεριεύει, μαθαίνει τη ζωή και προοδεύει. Αν στερήσεις το παιχνίδι από το παιδί, αν του κρύψεις τον ήλιο του θερινού απογεύματος, θα το καταδικάσεις να μεγαλώσει γρήγορα και άχαρα.
Τι θα θυμάται, άραγε, μεγαλώνοντας; Πόσα video games τερμάτισε ή τι βαθμό πήρε στα μαθηματικά; Τίποτα από αυτά δεν σημαδεύουν θετικά την παιδική ψυχή και δεν δημιουργούν αναμνήσεις, όπως εκείνο το απόγευμα που το σκαρφάλωμα στο δέντρο με τα φιλαράκια δεν πήγε τόσο καλά…
Η σημαντικότητα του παιχνιδιού έχει αναλυθεί από παλιά και πολλάκις, τόσο από φιλοσόφους όσο και από επιστήμονες, για το λόγο αυτό θα δανειστώ μια φράση από έναν αμερικανό συγγραφέα (Oliver Wendell Holmes) για το κλείσιμο του άρθρου αυτού που πολύ πετυχημένα λέει ότι «Οι άνθρωποι δεν σταματούν να παίζουν επειδή γερνάνε, αλλά γερνάνε επειδή σταματούν να παίζουν»!
