Blog

Γράφει η Ηρώ Αναστασίου.

Μόνη της ρούφαγε τον καημό της, μόνη της χάιδευε τον πόνο της. Πώς να κηδέψει την απώλεια, πώς να γυμνώσει την σιωπή; Δεν μπόρεσε να λιγοστέψει τον παλμό της, να μην χτυπάει μέσα του, πάνω του, δίπλα του, σ’ό,τι αγγίζει, σ’ό,τι ανασαίνει, σ’ό,τι μυρίζει, σ’ό,τι πονάει. Γιατί όταν πονάει, πονάει κι αυτή.

Πώς να υπάρχει σ’άλλο σώμα, πες μου. Γιατί αυτό το σώμα δεν της ανήκει. Γιατί δεν ξέχασε ποτέ. Γιατί δεν μπόρεσε να χωρέσει σ’άλλη αγκαλιά, δεν μπόρεσε να χορτάσει σ’άλλο στόμα. Κι ό,τι κόκκινο απέμεινε, το κράτησε πάνω της να της θυμίζει τ’όνομά του.

Είχε αφήσει ένα κομμάτι της εκεί. Ένα ολόκληρο δικό της κομμάτι, για να παρερμηνεύει την απουσία της. Δεν το ήθελε, ήταν δικό του. Ήταν η αγκαλιά της, το βλέμμα της την ώρα που τον κοιτούσε, το μεθυσμένο φιλί της που ανάσαινε τ’άρωμα του. Και ξέρει ότι ακόμα και την ώρα που την αρνείται, ακόμη και τότε, αυτό το κομμάτι της αγκαλιάζει. Ακόμη και τότε, η αφάνειά της πονάει.

Εκείνο το φιλί που άφησε στην άκρη της ψυχής σου, εκείνο το χάδι που ακούμπησε μέσα σου, σαν νάμα ζαλισμένο με πετροκέρασα, εκείνο το “σ’αγαπώ”, το εύηχο, εκείνο που έσπειρε πάνω σου, εκείνο να φροντίζεις!

BY:

iroanastasiou@yahoo.com

Γιατί αν με πληγώσεις, θα σε ξεχάσω κι όταν ξεχνάω, ξεχνάω υπερβολικά πολύ!