Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Υπήρξαν φορές που ένιωσα πως ζω δίχως τον ίδιο μου τον εαυτό. Όχι επειδή μου έλειπε κάποιος άνθρωπος, ούτε γιατί έφυγε ένας έρωτας ή χάθηκε μια αγκαλιά. Ζούσα χωρίς εμένα. Κι αυτός ο πόνος ήταν πιο βαθύς, πιο σιωπηλός, πιο επικίνδυνος από κάθε αποχώρηση.
Όταν χάνεις έναν άνθρωπο ξέρεις τι λείπει. Το βλέπεις στην άδεια θέση δίπλα σου, στα μηνύματα που δεν έρχονται, στα ατελείωτα βράδια. Όταν όμως χάνεις τον εαυτό σου όλα δείχνουν φυσιολογικά. Χαμογελάς, μιλάς, βγαίνεις, ίσως ερωτεύεσαι ξανά. Μα μέσα σου, ένα μικρό παιδί κάθεται σιωπηλό στη γωνία και σε κοιτάζει με παράπονο, σαν να ρωτάει «Πότε θα γυρίσεις να με πάρεις;»
Κάποτε πίστευα πως ο μεγαλύτερος πόνος είναι να σε αφήσει εκείνος που αγαπάς. Μεγαλώνοντας κατάλαβα κάτι πιο σκληρό. Η αληθινή εγκατάλειψη συμβαίνει όταν αφήνεις εσύ τον εαυτό σου πίσω για να χωρέσεις στις ανάγκες κάποιου άλλου. Όταν σβήνεις τη φωνή σου για να μην ενοχλήσεις. Όταν κρύβεις τη φωτιά σου για να μη νιώσει άβολα εκείνος. Όταν λες «είμαι καλά» ενώ μέσα σου καταρρέεις.
Κάποιος μπορεί να σε φιλήσει και την ίδια στιγμή να σε απομακρύνει από τον εαυτό σου. Αυτός είναι ο πιο ύπουλος έρωτας. Δε σε διαλύει με φωνές, αλλά με σιωπές. Με μικρές καθημερινές εκπτώσεις στον χαρακτήρα σου. Μέχρι που μια μέρα κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζεις το βλέμμα σου.
Κι όμως, μέσα στη σκοτεινή αυτή διαδρομή, πάντα υπάρχει το παιδί εκείνο. Το παιδί που κάποτε γελούσε δυνατά, που αγαπούσε χωρίς φόβο, που δε ζήταγε συγγνώμη για την ύπαρξή του. Αυτό δεν πεθαίνει ποτέ. Περιμένει να του δώσεις ξανά το χέρι.
Η πιο δυνατή μορφή αγάπης δεν είναι να θυσιαστείς για κάποιον. Είναι να μείνεις ζωντανή για σένα. Να μη χαθείς κυνηγώντας την αγάπη. Να κρατήσεις την ψυχή σου άγρια, αληθινή, φωτεινή.
Γιατί στο τέλος, όσοι έφυγαν μπορούν να αντικατασταθούν από νέες παρουσίες, νέες ιστορίες, νέα φιλιά. Εσύ όμως όχι. Αν χάσεις τον εαυτό σου χάνεις το μοναδικό σπίτι που θα έχεις ποτέ.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη ενηλικίωση να είναι αυτή. Να μάθεις να επιστρέφεις στον εαυτό σου, όπως το παιδί που χάθηκε στο πλήθος και επιτέλους βρήκε τον δρόμο για το σπίτι.
