Γράφει η Ματίνα Νικάκη – MaGio
Μία άδεια καρέκλα μέσα σ’ ένα σπίτι, τα φωτεινά Χριστούγεννα αλλάζουν μορφή μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Γίνονται πιο μουντά, πιο βαριά, πιο αμίλητα. Και λογικό θαρρώ πως είναι.
Είναι ασήκωτες οι άδειες καρέκλες σου λέω, αυτές τις μέρες τις γιορτινές.
Παίρνουν απ’ το χέρι κάτι ρημάδες σιωπές και κόβουν βόλτες μέσα στο μυαλό μας.
“Τι να τις κάνω τις σιωπές θεέ μου;
Πού να τις ψελλίσω;”
Μέσα στο σκοτεινό και μουγκό σπίτι, μπροστά στο στολισμένο δέντρο που τόσο μονότονα αναβοσβήνουν τα λαμπιόνια του; Που ώρες ώρες μου σπάνε κι αυτά, τα νεύρα μου. Στο τραπέζι το γιορτινό, το άλλοτε ηχηρό και σε χρόνο ενεστώτα αμήχανο; Με βλέμματα θλιμμένα και κινήσεις μηχανικές.
Είναι σκληρές οι σιωπές και τα λόγια τα ανείπωτα.
Οι συζητήσεις που δεν τολμήσαμε ποτέ, οι συγγνώμες που δειλιάσαμε να ξεστομίσουμε, τα ευχαριστώ που αφήσαμε για αύριο, τα σ’ αγαπώ που κατάπιαμε, τα σε μισώ που θάψαμε.
Όσα δεν προλάβαμε, ξοπίσω μας θα τρέχουν. Μ’ ένα θυμό αμίλητο, θα είναι πάντα εκεί.
Κάνε αυτό που θες, τώρα.
Πες αυτό που νιώθεις, τώρα.
Θύμωσε.
Αγκάλιασε.
Μίλα.
Ζήτα συγνώμη.
Συγχώρεσε.
Μη χρωστάς τίποτα σε κανέναν.
Μη χρωστάς τίποτα στον εαυτό σου.
Στοιχειά γίνονται τ ανείπωτα σου λέω. Ας ξέρουν όλοι αν ήταν λίγοι ή πολύ για σένα. Τίποτα δεν περιμένει, τίποτα δεν είναι σίγουρο, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Δεν ξέρεις αύριο πού θα είσαι, πού θα είναι οι σημαντικοί σου.
Πάρε τους γονείς σου αγκαλιά, πες τους ότι τους αγαπάς, γι αυτά που κατάφεραν να σου προσφέρουν.
Κοίτα τα παιδιά σου στα μάτια και πες τους ότι τα λατρεύεις. Αν νιώσεις την ανάγκη ζητά τους και συγνώμη, αν πιστεύεις ότι τα πλήγωσες κάποτε. Πες το όμως.
Πάρε το σύντροφό σου απ’ το χέρι και πήγαινε μια βόλτα μέσα στη στολισμένη πόλη. Ευχαρίστησε τον που στέκεται στο πλάι σου κι ακούμπα στον ώμο του.
Τα Χριστούγεννα είναι φωτεινά, είναι φως κι ελπίδα.
Χαμογέλα.
Χαμογέλα πολύ, για το τώρα σου .
Για την καθαρή σου ψυχή!
Για τις στιγμές που με νοσταλγία και αγάπη, θα κρατάς αγκαλιά, αύριο, και θα κάνετε παρέα!
