Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Τον χάσαμε τον χρόνο.
Τον χάσαμε χωρίς να ρίξουμε ούτε ένα δάκρυ πάνω στα ξεραμένα μάγουλα μας.
Δίχως να τρέξουμε για να τον προλάβουμε, να προλάβουμε τον ήχο που βγάζει καθώς χάνεται μέσα στον άηχο, φθηνό, άχρωμο κόσμο.
Τον χάσαμε τον χρόνο.
Το χάσαμε δίχως να προλάβουμε να δώσουμε έστω ένα φιλί. Ένα φιλί από εκείνο που χάνεις τον χρόνο. Από εκείνο που σε κάνει να μην βλέπεις, να μην ακούς μα να νιώθεις, να νιώθεις πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο πιο όμορφο και συγκλονιστικό σαν το μούδιασμα πάνω στο σώμα σου, μέσα στην καρδιά σου.
Τον χάσαμε τον χρόνο δίχως να δώσουμε μια αγκαλιά, μια αγκαλιά από εκείνες που σου παίρνουν όλα σου τα σπασμένα κομμάτια και τα ενώνουν ξανά μονομιάς σαν χαλασμένο παζλ.
Γιατί; Γιατί δεν πήραμε μιας στιγμής το λεπτό να νιώσουμε εκείνο το τελευταίο θαύμα της αγάπης. Της αγάπης που μας ένωνε, μας ένωνε όσο τίποτα άλλο, όσο κανέναν άλλο, σαν τα μάτια μας πέταγαν φωτιές κ ενωνόντουσαν με εκείνο το ένα φιλί, τη μια αγκαλιά.
Με εκείνο που μας έκανε αιώνιους εραστές, αιώνια αγαπημένους, αιώνια τρελούς.
Τρελούς για το πάθος που έβγαζε ο χρόνος που περνούσε υπέρ μας.
Τον χάσαμε τον χρόνο.
Μα τι δεν θα έδινα για να μπορούσα να τον έφερνα πίσω, να τον έπαιρνα και να μην έχανα λεπτό δίχως φιλί, δίχως αγκαλιά, δίχως τρέλα.
Τον χάσαμε τον χρόνο και τώρα;
Ήρθε το τώρα που χάσαμε τότε.
Τι τα θες; Τι τα ρωτάς; Τον χάσαμε τον χρόνο.
Εξατμίστηκε μα έστω κάτι έμεινε από εκείνο το παλιό ρολόι που χτυπούσε σαν να μας θύμιζε πως, πως τον χάνουμε τον χρόνο.
Έφτασε, ήρθε, εδώ ήταν μα δεν το βλέπαμε, δεν βλέπαμε πως χάναμε.
Τον χάσαμε τον χρόνο…
