Γράφει η Εύα Καρρά
Δεν είναι λύπη αυτό που βλέπεις.
Ούτε θλίψη.
Είναι εκείνη η στιγμή που κουράστηκες να εξηγείς ποια είσαι και τι νιώθεις.
Εκείνη η σιωπή που επιλέγεις εσύ.
Όχι επειδή δεν έχεις τι να πεις,
αλλά γιατί δεν θέλεις να πεις τίποτα πια σε κανέναν.
Ένα ποτήρι κρασί.
Ένα βλέμμα αλλού.
Ένα sweater που κουμπώνει σαν άμυνα.
Έτσι κλείνει μια μέρα.
Χωρίς εξηγήσεις.
Χωρίς σενάρια.
Χωρίς το “πρέπει” να φανείς καλά για να μη ρωτήσουν “τι έχεις;”.
Και δεν έχεις τίποτα.
Κι έχεις τα πάντα.
Έχεις όλα όσα σκέφτεσαι και δεν λες.
Έχεις όσα άφησες να φύγουν και όσα δεν ήρθαν ποτέ.
Έχεις τις λέξεις που ήθελες να ακούσεις αλλά δεν ειπώθηκαν.
Και τους ανθρώπους που περίμενες να σε καταλάβουν χωρίς να τους πεις τίποτα.
Μαθαίνεις να πίνεις μόνη σου.
Όχι από μοναξιά, αλλά από ανάγκη ησυχίας.
Γιατί μερικά βράδια, θες μόνο να υπάρξεις χωρίς ερωτήσεις, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς στόχους.
Θες να σου αρκεί το τίποτα.
Να γεμίσεις με σιωπή, όχι με θόρυβο.
Έτσι μοιάζει η ωρίμανση.
Δεν είναι θρίαμβος.
Είναι μια γυναίκα που κάθεται μόνη της, με ένα ποτήρι στο χέρι και ένα βάρος που δεν φαίνεται.
Και παρ’ όλα αυτά, ανασαίνει.
Όχι γιατί λύθηκαν όλα,
αλλά γιατί δεν περιμένει πια κανέναν να της τα λύσει.
Μαθαίνει να χωράει τον εαυτό της.
Και να πίνει γι’ αυτό.
Όχι από πόνο.
Από αποδοχή.
