Γράφει η Έφη Παναγοπούλου
Έκλεισα τα μάτια για λίγο για τόσο όσο με άφηναν οι σκέψεις και προσπάθησα να θυμηθώ το χαμόγελο, το δυνατό γέλιο σου ακόμα και τον θυμό σου, όμως ήταν αδύνατον! Ούτε λεπτό δεν με άφησαν οι σκέψεις να φέρω την εικόνα σου! Ήρθαν πάλι να μου υπενθυμίσουν τι σημαίνει η λέξη “ουτοπία”!
Ξέρεις αυτό που κάνεις ένα βήμα για να πιάσεις το χέρι του άλλου, αλλά πρέπει να κάνεις και δεύτερο και τρίτο γιατί δεν ήταν τα βήματα σωστά.
Σε άλλη θέση σε είχα υπολογίσει ότι είσαι, αλλά εσύ ήσουν πόλυ παρακάτω και όσα βήματα έκανα δεν ήσουν πουθενά!
Είναι αδύνατον αφού σε έβλεπα και προσπαθούσα να σε πιάσω πως κατάφερα τελικά να περπατάω με απλωμένο το χέρι και εσύ να μην είσαι εκεί.
Έτσι κατέβασα το χέρι μου και γύρισα πάλι πίσω. Δεν είχα πολλά να σκεφτώ μόνο να αφουγκραστω την ήττα..
Πάλεψα για όσα ήθελα να σου δείξω, χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς φόβο, χωρίς εγωισμούς και αυταπάτες!
Αλλά ηττήθηκαν οι σκέψεις μου..
Απογοητεύτηκαν μάλλον κι αυτές είχαν πιο πολλές προσδοκίες από έμενα!
Εγώ ήξερα μέχρι πού μπορείς να φτάσεις, για αυτό και άφησα το χέρι μου..
Οι σκέψεις όμως δεν ήξεραν και συνέχεια έκαναν πάρτι σε κάθε μικρό σου νεύμα, σε κάθε μικρή σου κίνηση.
Λυπήθηκαν οι σκέψεις και κατεκλυσαν το μυαλό!
Αφού ήμουν εδώ.. Αφού σου έδειξα τόσα..
Αφού…
Απογοητεύτηκαν οι σκέψεις και έμειναν μόνες με πολλά ερωτήματα.
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να τις διώξω να τους εξηγήσω ότι δεν έχει νόημα ούτε το πάρτι ούτε η απογοήτευση.
Ούτε καν η λύπη!
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να φέρω για αλλη μια φορά την εικόνα σου..
Να κάνω παρέα με τις σκέψεις, να τις κάνω φίλες μου, μα δεν κατάφερα να φέρω την εικόνα σου.
Δεν υπήρχες καν μέσα μου πλέον..
Πόσο ώραια με έκανε να νιώσω αυτό!
Πόσο πιο ήρεμη!
Έφυγαν οι σκέψεις μόλις έχασα την εικόνα σου δεν είχαν ανάγκη πια τον χορό..
Δεν είχαν ανάγκη ούτε την λύπη..
Έχασα την εικόνα σου και λυτρωθηκα..
Δεν σε έχω ανάγκη πια! Είμαι πολύ πιο δυνατή!
