Γράφει η Σπυριδούλα Σγούρου
Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το ρολόι. Δώδεκα, μεσημέρι Κυριακής. Κοιμήθηκε ξημερώματα. Δεν την έπιανε ύπνος. Στο μυαλό της είχαν στήσει χορό, ένα σωρό σκέψεις. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μπλεγμένο κουβάρι. Κι εκείνη προσπαθούσε να βρει την άκρη του νήματος.
Να ηρεμήσει ήθελε. Να προχωρήσει. Να τα αφήσει όλα πίσω της. Πέταξε τα σκεπάσματα και ντύθηκε. Στο σπίτι απόλυτη ησυχία. Πήγε στην κουζίνα, έκανε καφέ και άνοιξε τον υπολογιστή.
Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε. Ήπιε δυο γουλιές και άρχισε να ψάχνει. Είχε έρθει πια, το πλήρωμα του χρόνου. Το τηλέφωνό του, το βρήκε εύκολα. Όχι, δεν δείλιασε καθόλου. Δεν σκέφτηκε τίποτα. Είχαν να μιλήσουν είκοσι έξι χρόνια. Πολύς καιρός. Μα έπρεπε να το κάνει για να τελειώνει. Λένε πως οι παλιές αγάπες, πάνε στον παράδεισο. Μπορεί, ποιος ξέρει!
Για εκείνη, οι παλιές αγάπες άφηναν ερωτηματικά, που αιωρούνταν στο άπειρο του νου της. Ήθελε να δει, πως θα νιώσει, ήθελε να ακούσει τη φωνή του. Με απόλυτη ψυχραιμία, πάτησε τα κουμπιά του κινητού. Ένα, δυο, τρία, τέσσερα χτυπήματα.. .
Το σήκωσε. Του είπε πια ήταν κι εκείνος, φάνηκε σαν να χάρηκε. Η φωνή σου έχει αλλάξει, του είπε κι εκείνος γέλασε. Μεγαλώσαμε, της απάντησε! Μα, δεν είχε αλλάξει μόνο αυτό. Είχαν αλλάξει και εκείνοι.
Τα πάντα είχαν αλλάξει. Συζητούσαν σαν παλιοί φίλοι που είχαν να βρεθούν καιρό. Η καρδιά της δεν σκίρτησε, τα χέρια της δεν έτρεμαν πια. Η φωνή της, δεν έσπασε. Τίποτε από όλα όσα είχε φανταστεί δεν συνέβη. Δεν αναφέρθηκαν στο παρελθόν. Από ότι φάνηκε το είχαν αφήσει και οι δυο στο χρονοντούλαπο της λήθης.
Μίλησαν για τα παιδιά τους, τις δουλειές τους, χωρίς να αιωρείται κανένα συναίσθημα. Οι παλιές αγάπες λοιπόν, μπορεί και να χαθούν στο άπειρο.
Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε ακίνητη. Άκουγε μόνο την αναπνοή της. Το είχε κάνει, λοιπόν. Ήταν πια ελεύθερη. Μπορούσε πια να ηρεμήσει. Τίποτα δεν είχε μείνει να την κρατάει πίσω. Δεν υπήρχαν πληγές και ερωτήματα.
Δεν υπήρχαν πια συναισθήματα. Η γυναίκα που είχε γίνει σήμερα ήταν μια άλλη, που της άνοιγε καινούριους δρόμους. Μια γυναίκα που έκλεινε τους λογαριασμούς της με το παρελθόν και αγνάντευε με αισιοδοξία το μέλλον. Της άρεσε αυτή η γυναίκα. Δεν φοβόταν το χρόνο, τον είχε κάνει φίλο της.
Τολμούσε να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και άφηνε το χρόνο να περάσει και να την δοκιμάσει. Στεκόταν ακόμα όρθια, παρόλα όσα είχε περάσει. Σαν ένα δέντρο που στη μανία του αγέρα που το χτυπάει ανελέητα, λυγίζει μα δεν σπάει. Χαμογέλασε και άνοιξε το ράδιο.
Η μουσική απλώθηκε στο χώρο. Μπορούσε πια να αναπνεύσει, όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Κι αυτή, ήταν έτοιμη για νέα μονοπάτια και ας περπατούσε με μικρά βήματα. Το ταξίδι συνεχιζόταν, αυτό είχε σημασία!
