Γράφει η Άντζελα Καμπέρου
Αυτά τα βράδια.
Εκείνα που η όρεξη έχει πάει βόλτα, που θες να κλειστεις σε ένα δωμάτιο χωρίς φως, χωρίς φωνή, χωρίς τίποτα να σε ενοχλεί.
Εκείνα που νιώθεις το συναίσθημα να σε καταπίνει αργά.
Εκείνα που τελικά λες “όχι ρε! Θα σε γυρίσω!”.
Και βρίσκεις συντροφία σε αυτό.
Γιατί είναι κι άλλοι έτσι. Μίζεροι σαν κι εσένα, με το σεντόνι να τους έχει πλακώσει και το συναίσθημα βαρύ.
Και κάπως συγκλίνουν τα θέλω και κάπως βρίσκετε συνεννόηση μέσα στο χάος.
Και ξεκουνάτε τα κουφάρια σας, ντύνεστε, στολίζεστε και βγαίνετε.
Με το στανιό.
Ναι ρε με το στανιό! Αλλιώς ζωή δεν βγαίνει.
Και η παρέα είναι ό, τι να ‘ναι, κι όμως μέσα στο “ό, τι να ‘ναι” της, βρίσκεις συντροφιά.
Βρίσκεις κατανόηση και κάπου να ακουμπήσεις την ψυχή σου ακόμα κι αν δεν συζητήσεις τίποτα από όσα σε βαραίνουν.
Συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων.
Και μέσα σε γέλια, κρασιά και βλέμματα απορίας, βρίσκεις την ανακούφιση.
Σε μια παρέα που δεν βγάζει νόημα σε κανέναν έαν την άκουγε, εσύ βρίσκεις γαλήνη.
Ηρεμεί το μέσα σου και αντί να πέσεις βαρύς στο κρεβάτι, πέφτεις ανάλαφρος.
Πέφτεις ίσως και χαρούμενος.
Κάτι τέτοια βράδια, να ευγνωμωνείς για τους ανθρώπους που έχουν τόσο την δύναμη όσο και την θέληση να είναι εκεί για έσενα.
Όπως είσαι κι εσύ για αυτούς.
Εις υγείαν παιδιά.
Στις συζητήσεις δίχως νόημα.
Στα γέλια από το πουθενά.
Στα κρασιά που άθελα τους έγιναν βάλσαμο.
Σε εκείνες τις νύχτες που θα προτιμούσες να μην δεις κανέναν κι όμως έγιναν χάδι στην πληγή σου.
Στους ανθρώπους που μπορεί να μην ξέρουν κι όμως, καταλαβαίνουν πιο πολλά από όσα λες.
