Γράφει η Άννα Παπαϊωάννου
Όταν πέφτει η αυλαία της μέρας και σωπαίνουν όλα,
μένεις εσύ.
Χωρίς φίλτρα, χωρίς θορύβους, χωρίς περισπασμούς.
Εσύ με τη σιωπή σου. Με το βάρος στα μάτια σου και την ένταση στους ώμους σου.
Εσύ με τη δουλειά που δεν τελείωσε, με το άγχος που δε σταμάτησε,
με όλα αυτά που κράτησες μέσα σου για να μη τα δει κανείς.
Δεν είναι κανείς εκεί όταν χτυπάς τον εαυτό σου επειδή δεν πρόλαβες.
Δεν είναι κανείς να σου πει “μπράβο”, όταν άντεξες λίγο παραπάνω απ’ όσο νόμιζες.
Κι όταν ξημερώνει,
πάλι εσύ είσαι εκεί.
Με μάτια που δεν ξεκουράστηκαν και μυαλό που δεν ησύχασε.
Με καρδιά που θυμάται αυτά που ήθελε να ξεχάσει.
Με δύναμη που δεν ξέρεις από πού τη βρίσκεις.
Εσύ είσαι η δουλειά που κυνηγάς,
οι αποφάσεις που παίρνεις μέσα από φόβο αλλά με τόλμη.
Εσύ είσαι οι απώλειες που έκρυψες, οι σχέσεις που δεν άντεξαν, οι ευκαιρίες που άρπαξες,
αλλά και εκείνες που τις άφησες να φύγουν γιατί δεν ήσουν έτοιμη.
Εσύ είσαι ο δρόμος σου.
Με όσα έγιναν. Με όσα δεν ειπώθηκαν. Με όσα πόνεσαν.
Με τα βήματα που έκανες,
και με τα άλλα που ακόμη τα χρωστάς στον εαυτό σου.
Γι’ αυτό μην περιμένεις από κανέναν να σε σώσει.
Στο τέλος – και στην αρχή – μόνο εσύ υπάρχεις.
Κι όσο κι αν λυγίζεις,
είσαι εκείνη που σηκώνεται.
Πάντα.
