Γράφει η Γεώρα
Είναι στιγμές που σου κόβουν την ανάσα. Που λες «δεν μπορώ άλλο», αλλά πρέπει να συνεχίσεις, να αντέξεις. Πόνος βουβός. Μάτια καυτά από το κλάμα. Απορίες, γιατί, λύπη διάχυτη. Χαμόγελο άφαντο. Στιγμές που έπρεπε να γελάς, να ευτυχείς, έχουν γίνει φυλακή.
Σου κλέψαν τη χαρά.
Κάθε στιγμή που έπρεπε να λάμπεις, σου την έκλαψαν. Σου στέρησαν τον ενθουσιασμό, το χαμόγελο, τα όνειρα τα φωτεινά. Σου στέρησαν τη χαρά.
Καταλαβαίνεις;
Και εσύ πρέπει να παλεύεις, να μένεις, να υπομένεις. Για λίγο ακόμα.
Πόσο όμως είναι αυτό το λίγο; Είναι για έξι μήνες, έναν χρόνο ή και παραπάνω;
Και τι κακό έκανες για να αξίζεις τόσο πόνο;
Σου κλέψαν τη χαρά από στιγμές που είναι μόνο ευτυχία. Και αν αυτό δεν είναι «φόνος» στο συναίσθημα, τι είναι;
Κάνε υπομονή. Μπορείς ακόμα. Αντέχεις. Κι ας σπας, κι ας πονάς. Αντέχεις.
Αντέχεις όμως;
Σου κλέψαν τη χαρά από το πρόσωπο, τον αυθορμητισμό, τη ζωντάνια. Σου κλέψαν τη ζωή.
Μα εσύ κάνε υπομονή.
Βρε, δώσε μία ‘κει και γκρέμισε τα όλα. Πάρε μαζί και τις προσβολές, τις στιγμές που κομματιάστηκες, τις απειλές, τις συκοφαντίες.
Δώσε ‘κει μία και γκρέμισε τα όλα.
Μαζί και εκείνους που στο έκαναν.
Σου κλέψαν τη χαρά από τη ζωή και στο χρέωσαν σαν δικό σου φταίξιμο.
Διέλυσέ τους τώρα.
Φύγε.
Πάρε ανάσα, ακόμα κι αν πονάς, και φύγε.
Φύγε.
