Γράφει η Άννα Μαρκοπούλου
Κάθε φορά που οι φωνές μας έφταναν στο ταβάνι, κάθε λέξη ήταν μαχαίρι. Πετούσαμε τη λογική από το παράθυρο και βουτούσαμε στον πόλεμο χωρίς σχέδιο. Κι όταν έμοιαζε ότι δεν υπήρχε γυρισμός, ερχόταν εκείνη η παύση. Το βλέμμα που έλεγε περισσότερα από όλες τις λέξεις που είχαμε πει μέχρι τότε.
Ξέρεις τι σημαίνει να λιώνεις από θυμό και ταυτόχρονα να θες να τον αγγίξεις; Είναι εκείνη η στιγμή που ο εγωισμός σου φωνάζει “όχι” και το σώμα σου παρακαλάει “ναι”.
Καταλήξαμε, όπως πάντα, στο κρεβάτι. Χωρίς να πούμε τίποτα, γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο να ειπωθεί. Εκεί, οι μάχες μας δεν είχαν νικητή ούτε ηττημένο. Οι κραυγές μας ήταν διαφορετικές, αλλά πιο ειλικρινείς. Δεν χρειαζόταν να εξηγούμε ούτε να απολογούμαστε.
Ίσως γι’ αυτό το κρεβάτι ήταν πάντα ο μόνος τόπος ανακωχής. Γιατί εκεί δεν χωρούσε πείσμα, δεν υπήρχαν τα “πάντα” και τα “ποτέ” που πετάγαμε σαν δηλητήριο στα μούτρα ο ένας του άλλου. Υπήρχαν μόνο χέρια που έψαχναν τρόπο να ξαναβρεθούν και κορμιά που έγραφαν τη δική τους συμφιλίωση, χωρίς λόγια.
Κι όταν τελείωνε η καταιγίδα, ξαπλωμένοι στα μουσκεμένα από ιδρώτα σεντόνια, οι καβγάδες έμοιαζαν τόσο μικροί. Γιατί τελικά, ό,τι και να πεις, ό,τι και να κάνεις, είναι το άγγιγμα που θυμάσαι. Είναι το πώς γκρέμισες κάθε τοίχο σε μια στιγμή και έμεινες γυμνός, αληθινός.
Έτσι, οι μεγαλύτεροι καβγάδες μας δεν είχαν ποτέ “τέλος”. Λύθηκαν πάνω σε ένα κρεβάτι. Γιατί εκεί δεν παλεύαμε ο ένας εναντίον του άλλου, αλλά μαζί, ενάντια σε ό,τι μας χώριζε.
