Γράφει η Ματίνα Νικάκη
Έχεις ακούσει για τους λευκούς ήχους;
Κάτι μονότονοι ήχοι λένε, σε σταθερή ένταση, που ηρεμούν τα μωρά και κοιμούνται πιο εύκολα.
Για να το λένε, έτσι θα ’ναι.
Δεν γνώριζα πως λέγονται έτσι. Εγώ με κάτι λευκές σιωπές ταΐζω την ψυχραιμία μου χρόνια τώρα. Ξέρεις, αυτό που και να καίγεται ο κόσμος γύρω σου, εσύ κρατάς τα χείλη σου ενωμένα, ακίνητα, ερμητικά κλειστά, σαν να είσαι αλλού. Βασικά, είμαι στον κόσμο μου.
Είναι λίγο μπερδευτικό αυτό για τους άλλους. Νομίζουν πως δεν έχεις τι να πεις, αδυνατείς να αντιπαρατεθείς ή πως σ’ έχουν ταπώσει κιόλας.
Αστείο.
Νομίζουν.
Έχουν δικαίωμα να νομίζουν ό,τι θέλουν. Όλοι τους.
Κοίτα, η σιωπή καταρχάς είναι μία πανέμορφη μορφή περιφρόνησης. Αλλά δεν το ξέρουν. Είναι αυτή που μεταμορφώνεται σε εκκωφαντική παρουσία. Αυτή που καθιστά τους ηχηρούς γελοίους.
Ο σιωπηλός είναι ο ισχυρός.
Και ηχηρός μέσα από τις πράξεις του όμως.
Αυτός που έχει αποφασίσει πού θέλει να πάει. Που έχει στόχο και τίποτα δεν είναι ικανό να τον αποπροσανατολίσει.
Να τον αποσπάσει.
Να τον μειώσει.
Να τον ελέγξει.
Θα ανέβει στο βάθρο με τον αριθμό 1 μ’ ένα χαμόγελο οριακά ειρωνικό.
Ο σιωπηλός είναι ο κυρίαρχος του game φίλε μου. Αυτός που μεθοδικά σε βάζει στη θέση σου.
Σε βάζει κάτω από αυτόν.
Σε πουλάει και σε αγοράζει χωρίς να πάρεις χαμπάρι.
Σιωπηλά ο νικητής νικάει και θρίαμβός του ο έλεγχος που εξασκεί πάνω σου με την ψυχραιμία του.
Οι άδειοι τενεκέδες κάνουν θόρυβο και είστε πλέον πολλοί.
Κι αυτός δεν γεννήθηκε να χάνεται στη μάζα. Γεννήθηκε για να ξεχωρίζει, να είναι συλλεκτικός, επετειακός ενίοτε.
Είναι γαμάτες οι λευκές σιωπές, σου λέω. Για μένα που σιωπώ, για σένα δεν ξέρω.
Μόνο καλή τύχη σου εύχομαι, όταν οι λευκές κραυγές κάνουν πάρτυ στον πυρήνα της συνείδησής σου.
Και είμαι βέβαιη πως δεν θα σε βάζουν για ύπνο.
