Γράφει η “Κλεψύδρα”
Ίσως έχουν δίκιο οι ποιητές. Κάποια χέρια είναι διαφορετικά νιώθεις μέσα τους τη συμπόνια όχι τη λύπηση.
Δεν τους είδα με ακριβά περιτυλίγματα, φαίνεται πως ότι σπουδαίο τείνει να είναι απλό. Έρχονται οταν έχουν σβήσει όλα τα φώτα και έχουν κλείσει τα παράθυρα.
Τους γνώρισα με λιτό λόγο και ήσυχα χέρια.
Όταν πενθείς εκείνο το χέρι που σε σφίγγει όταν κλαις, θα περιμένει να σου σκουπίσει τα μάτια, θα σου χαμογελάσει τρυφερά, που θα μείνει ως το ξημέρωμα να σε βάλει για ύπνο, να σε σκεπάσει, να σου δώσει ένα φιλί.
Είναι εκείνοι που ακούνε το βουβό παράπονο, ευαίσθητο πέρα απ’ το δυνατό.
Σε βοηθούν χωρίς να σκέφτονται σου δίνουν αγάπη, χρόνο, τα λεφτά τους, χωρίς σχεδόν να το ζητάς.
Βλέπουν άλλη μια ευκαιρία να έρθουν κοντά σου. Άλλη μια ευκαιρία να σε προστατεύσουν ακόμα και απ’ τον εαυτό σου. Ξέρουν καλά το νόμο της βαρύτητας ο,τι ανεβαίνει κατεβαίνει. Δεν έχουν αυταπάτες. Ακόμα καλύτερα αναγνωρίζουν τους νόμους της ζωής αδύνατο απ αυτή τη ζωή να μη πέσεις.
Όλα είναι θέμα οπτικής και χαρακτήρα
Φοβούνται μη νιώσεις μόνος και χαθείς. Σου στέλνουν χαζομηνύματα και κάνουν το καραγκιόζη.
Είναι εκεί οταν κανένας άλλος δεν είναι!
Δε περιμένουν να είσαι καλά, δε περιμένουν να είσαι πάντα δυνατός ή να κερδίσουν κάτι από εσένα.
Περιμένουν υπομονετικά το επόμενο χαμόγελο.
Ξέρουμε όλοι πως είναι λίγοι. Είναι αυτοί που ο καθένας αποκαλεί δικούς του ανθρώπους.
Η περιουσία μας .
Είναι σπάνιοι γιατι στο κόσμο του εγωισμού, ποιος χαρίζει εύκολα τη χαρά του;
Ποιος σου δίνει ό,τι με κόπο απέκτησε. Όσα λένε οτι μόνο οι δυνατοί στέκουν δε το πιστεύω.
Οι ψυχές με τις μεγαλύτερες τρικυμίες έχουν μάθει στη κακοκαιρία και την αντιμετωπίζουν καλύτερα.
Να τις αγαπάς τις άγριες νύχτες, γιατί λένε μεγαλύτερες αλήθειες απ’ τα τρυφερά πρωινά. Ούτε τα θηρία να φοβάσαι έρχονται ντυμένα με τα πραγματικά τους ρούχα. Σε αφήνουν να προετοιμαστείς .
