Γράφει η Καίτη Αγγελιδάκη
Μην το δεις σαν σημάδι.
Μην το πεις «μοίρα».
Μην το ντύσεις με ελπίδα.
Αν επιλέξουν να γυρίσουν, μην ξεχάσεις ποτέ πώς έφυγαν.
Θα το παίξουν ήρεμοι.
Ίσως και μετανιωμένοι.
Με λόγια καλά δουλεμένα, σχεδόν ανθρώπινα.
Με εκείνη την οικειότητα που σε μπερδεύει.
Θα μοιάζει σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Αλλά πέρασε.
Και μέσα σ’ αυτή τη μέρα, ήσουν μόνη.
Μέσα στις ερωτήσεις, στις σιωπές, στα γιατί.
Θα έρθουν με “άλλαξα”.
Με “κατάλαβα”.
Με “τώρα μπορώ”.
Μα το ερώτημα δεν είναι αν μπορούν τώρα.
Το ερώτημα είναι γιατί δεν έμειναν τότε.
Θυμήσου πώς έφυγαν.
Θυμήσου πόσο λίγο ήσουν για να παλέψουν.
Πόσο εύκολα σε άφησαν.
Πόσο απότομα έγινε η σιωπή.
Πόσο βίαια κόπηκε το “μαζί”.
Μη βάλεις στη ζυγαριά μόνο το τι λεν τώρα.
Βάλε και το πώς σε έκαναν να νιώσεις τότε.
Βάλε και το βράδυ που έκλαιγες χωρίς ήχο.
Βάλε και τις μέρες που ξυπνούσες και προσποιούσουν πως είσαι καλά.
Δεν είναι όλοι που φεύγουν κακοί.
Μα δεν είναι όλοι και για επιστροφή.
Κάποιοι φεύγουν γιατί δεν άντεξαν το φως σου.
Και γυρνούν όταν κουράστηκαν στο σκοτάδι τους.
Αλλά δεν είσαι φως ανάγκης.
Δεν είσαι εφεδρικό συναίσθημα.
Αν γυρίσουν,
να τους κοιτάξεις.
Όχι με θυμό.
Αλλά με εκείνη τη γαλήνη που λέει “δεν είμαι εκεί πια”.
Και να θυμάσαι:
δεν είναι κάθε “επανέρχομαι” και “μένω”.
Μερικά είναι απλώς “ξαναφεύγω” με καθυστέρηση.
