Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης.
Κι είναι η ώρα να σου ζητήσω μια χάρη.
Μια χάρη μεγάλη, από εκείνες που δεν σου ζήτησα ποτέ.
Σταμάτα να μου χαμογελάς όταν συναντιόμαστε.
Σταμάτα να με αγγίζεις, να μου μιλάς και να με κοιτάς στα μάτια.
Όλες αυτές οι φιλικές κουβέντες, τα αγγίγματα, οι αγκαλιές.. είναι η κόλασή μου!
Όταν με βλέπεις, μίλα μου τυπικά, αδιάφορα, ψυχρά.
Πες μου ένα τυπικό “γεια” κι ένα αδιάφορο “τι κάνεις”.
Μην με αγκαλιάσεις. Δεν θέλω να μυρίσω το άρωμά σου.
Μην μου γελάσεις.
Δεν έχω άλλο κουράγιο ξέρεις, και θα χρειαστεί να σου πω για την στιγμή που ερωτεύτηκα το χαμόγελό σου, κι ακόμα μένω σε αυτήν την καθημερινή κόλαση..
Για την στιγμή που το άγγιγμά σου με έκανε να μουδιάσω ολόκληρο.
Για τον ήχο του γέλιου σου που έμοιαζε με το πιο όμορφο τραγούδι.
Για το άρωμά σου που είναι ένα ταξίδι σε όλες μου τις αισθήσεις.
Γι’αυτό σου λέω κορίτσι μου, σε παρακαλώ, όταν με βλέπεις, μην μου χαμογελάς.
Δεν έχω χώρο γι’άλλη απογοήτευση.
Κρατώ την λάμψη από τα μάτια σου.. κράτα ένα ξεχασμένο από καιρό κοχύλι, και πάμε παρακάτω..
Μόνο σε παρακαλώ, μην μου χαμογελάς.. πεθαίνω!
