Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Μη με κοιτάζεις έτσι τώρα.
Όχι τώρα.
Άσε με λίγο να μαζέψω την ανάσα μου, να καταλάβω πού βρίσκομαι και τι ακριβώς κάναμε πριν από λίγα λεπτά. Άσε με να τραβήξω το σεντόνι πάνω μου χωρίς να χαμογελάς έτσι, γιατί με κάνεις να νιώθω εκτεθειμένη περισσότερο απ’ όσο με έκανε ό,τι προηγήθηκε.
Και είναι παράξενο. Πριν λίγο δεν ντρεπόμουν καθόλου μαζί σου. Τώρα ντρέπομαι.
Τώρα που είμαστε ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα και δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε εκτός από το να κοιταζόμαστε. Τώρα που το δωμάτιο έχει ησυχάσει και μπορώ να ακούσω την ανάσα σου. Τώρα που το χέρι σου βρίσκεται ακόμη πάνω μου, χαλαρό, σχεδόν αδιάφορο, σαν να μην ξέρεις ότι ακόμη κι αυτό με αναστατώνει.
Μη με κοιτάζεις.
Γιατί πριν λίγο μπορούσα να σε αγγίζω χωρίς να σκέφτομαι τίποτα.
Τώρα σκέφτομαι τα πάντα.
Το πρόσωπό σου όταν με κοίταξες. Τον τρόπο που με κράτησες. Εκείνες τις στιγμές που δεν χρειάστηκε να πούμε απολύτως τίποτα. Και κυρίως το πόσο διαφορετικά σε βλέπω τώρα που σε έχω τόσο κοντά μου.
Δεν είναι μόνο ότι γίναμε ένα.
Αυτό που με αναστατώνει περισσότερο είναι η ησυχία που ήρθε μετά.
Το ότι είμαστε ακόμη τόσο κοντά. Ότι δεν χρειάζεται να πούμε κάτι για να γεμίσουμε τη σιωπή. Το χέρι σου ακουμπάει πάνω μου σχεδόν ασυναίσθητα κι εγώ το αφήνω εκεί.
Σε κοιτάζω για μια στιγμή και μετά κατεβάζω τα μάτια.
Ίσως γιατί τώρα, μετά απ’ όλα, σε νιώθω πιο κοντά μου απ’ όσο σε ένιωσα όλη τη νύχτα.
Κι αυτό με φοβίζει λίγο. Όχι αυτό που συνέβη μεταξύ μας. Αυτό που νιώθω τώρα.
Κι αυτό, για κάποιον λόγο, με γονατίζει περισσότερο.
Γυρίζω από την άλλη για να μη σε βλέπω και νιώθω το χέρι σου να με τραβάει ξανά κοντά σου. Χωρίς κουβέντα.
Και χαμογελάω.
Γιατί τελικά ίσως αυτό να ήταν που ήθελα περισσότερο.
Όχι άλλη μια νύχτα.
Αυτή τη σιωπή μετά.
Το να μπορώ να ακουμπάω πάνω σου χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα. Να νιώθω ακόμη τη ζεστασιά σου και να ξέρω πως δε βιάζεσαι να φύγεις.
Και τότε γυρίζω πάλι προς το μέρος σου.
Με κοιτάζεις.
Πάλι έτσι.
«Μη με κοιτάζεις έτσι», σου ψιθυρίζω.
Αλλά αυτή τη φορά γελάω.
Γιατί τώρα ξέρω πως δε θέλω πραγματικά να σταματήσεις.
Θέλω να με κοιτάς.
Θέλω να θυμάμαι αυτό το βλέμμα σου όταν θα είμαι μόνη.
Και ίσως, αν είμαι ειλικρινής, θέλω να με ξανακοιτάξεις έτσι αύριο.
Και μεθαύριο.
Όχι επειδή θέλω να ξαναγίνουμε ένα.
Αλλά επειδή θέλω να ξαναβρεθώ ακριβώς εδώ. Δίπλα σου.
Με το σεντόνι μπερδεμένο, τα μαλλιά μου ανακατεμένα και εκείνη την παράξενη, όμορφη αμηχανία δύο ανθρώπων που μόλις μοιράστηκαν κάτι πολύ δικό τους.
Και αυτή τη φορά, όταν με κοιτάξεις έτσι, δε θα σου πω τίποτα.
Θα σε κοιτάξω κι εγώ.
