Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Δεν μετανιώνω που σε αγάπησα.
Μετανιώνω που έκανα πως δεν με πείραζαν όλα εκείνα τα μικρά.
Το «θα σε πάρω μετά» που δεν έγινε ποτέ μετά. Το μήνυμα που έμενε διαβασμένο ώρες, ενώ ήξερα ότι είχες το κινητό στο χέρι. Το «μην το κάνεις θέμα» κάθε φορά που έλεγα κάτι που σε βόλευε να μη συζητήσουμε.
Μετανιώνω που κατάπια πράγματα για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα.
Που γελούσα ενώ μέσα μου έκανα λογαριασμό. Πόσες φορές άργησες. Πόσες φορές θυμήθηκες τελευταία στιγμή. Πόσες φορές ήμουν εγώ αυτός που έβρισκε τρόπο, ώρα, διάθεση, λέξεις, ενώ εσύ είχες πάντα μια δικαιολογία με καλή σκηνοθεσία.
Δεν ήθελα να φανώ δύσκολος.
Δεν ήθελα να γίνω εκείνος ο άντρας που ζητάει πολλά, που πιέζει, που χαλάει το ωραίο με ερωτήσεις. Κι έτσι έκανα τον άνετο. Τον ψύχραιμο. Τον άνθρωπο που δεν έχει ανάγκη από επιβεβαίωση.
Μόνο που η άνεση, όταν τη φοράς συνέχεια για να μη χάσεις κάποιον, γίνεται στολή εργασίας.
Και κάποια στιγμή σε πνίγει.
Γιατί δεν ήταν τα μεγάλα που με διέλυσαν. Δεν υπήρξε μια πόρτα που έκλεισε με θόρυβο, μια προδοσία για να τη διηγούμαι στους φίλους μου, ένα τέλος αρκετά καθαρό για να θυμώνω.
Ήταν οι μικρές απουσίες.
Εκείνες που έκανα πως δεν βλέπω, μέχρι που έγιναν ολόκληρη η σχέση.
Σήμερα δεν θα σου έλεγα να αλλάξεις.
Δεν έχω πια αυτή την ανάγκη.
Αλλά αν μπορούσα να γυρίσω πίσω, θα έλεγα την αλήθεια από την πρώτη φορά που κάτι μέσα μου σφίχτηκε.
Όχι για να σε κρατήσω.
Για να μη χαθώ εγώ, προσπαθώντας να κάνω πως δεν πειράζει.
