Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Με βρήκες την στιγμή που είχα ξεπέσει με σπασμένα φτερά.
Η πανοπλία μου σκουριασμένη, τσακισμένη.
Περιπλανιόμουν στο εδώ και στο πουθενά σε μια κούρσα με τέρμα το γκάζι και τα φρένα σπασμένα.
Ένας επαναστάτης χωρίς αιτία με είπες.
Ένα τίποτα σου απάντησα.
Εγώ στο τίποτα, βλέπω τα πάντα μου έλεγες χαμογελόντας κάθε φορά που έφευγες.
Πάντα έφευγες.
Ούτε μια νύχτα δική μας ολόκληρη.
Ούτε ένα ξημέρωμα να το μοιραστούμε.
Λύτρωση και κόλαση.
Νερό και φωτιά.
Είμαι σαν τον κισσό όπου αγαπάω κολλάω, κι εκεί μένω.
Λόγια υπερβολικά που τα έκανες απλά.
Μια τελευταία ζαριά η ζωή μας.
Μια τελευταία ζαριά που δεν είχα τίποτα να χάσω.
Με έχτισες από την αρχή.
Έχτισες το χαμόγελό μου.
Άγγιξες τις πληγές μου.
Κι άρχισα να αναπνέω ξανα.
Ανάσα μου σε είπα.
Χαμογέλασες ξανά.
Κι έγινες αέρας κάτω από τα φτερά μου.
Με άφηνες να πετάω μακριά.
Σε μια ελευθερία που δεν σου ζήταγα, αλλά μου την έδινες.
Τι νόημα έχει το μαζί αν δεν είναι ελεύθερο;
Πίστεψα στην ζωή, στους ανθρώπους, στην μοίρα, μέσα από την ψυχή σου.
Έκανες τα πιο δύσκολα πράγματα να μοιάζουν απλά.
Έκανες τις πιο δύσκολες στιγμές να κυλούν.
Θα σε μάθω να πετάς και θα φύγω, μου είχες πει μα δεν σε πίστεψα.
Δεν πίστεψα πως μπορούσες πια να φύγεις.
Εσύ κι εγώ. Εμείς.
Μ’έμαθες τι είναι να αγαπάς, κι έφυγες.
Μ’έμαθες να πετώ με ατσάλινα φτερά, κι έφυγες.
Μπόρεσες..
