Γράφει η Αριάδνη.
Είναι κι αυτές οι μέρες που το ψυχολογικό ντοπάρισμα δεν πιάνει.
Η διάθεσή σου έχει αρνητικό πρόσημο και καμιά θετική σκέψη που δημιουργεί το μυαλό σου δεν αγγίζει την ψυχούλα σου.
Παλιότερα προσπαθούσες να καταλάβεις τι ήταν αυτό που σε ενοχλούσε, αλλά αφού δεν μπόρεσες να βγάλεις άκρη, αποδέχτηκες απλώς την ακεφιά σου.
Μπορεί να ευγνωμονείς τον Θεό για όλα τα θετικά που έχεις στη ζωή σου, αλλά αναγνωρίζεις και στον εαυτό σου το δικαίωμα να είναι ενίοτε μουρτζούφλης.
Να μην έχει όρεξη για αισιόδοξες και όμορφες σκέψεις, άλλα να θέλει να βουλιάξει για λίγο στη μαυρίλα του και στην ερημιά του.
Έτσι τον αφήνεις να ψυχοπλακωθεί με την ησυχία του.
Το βουλώνει επιτέλους ο ενήλικας που έγινες, με τον αυτοέλεγχο και τη συγκαταβατικότητά του και ακούγεται αυτό το πιτσιρικάκι που κρύβεται μέσα σου.
Αυτό το παιδί που αποχαιρέτησε κάποτε με πόνο ψυχής ένα-ένα τα όνειρά του και ακόμη δεν έχει καταλάβει γιατί.
Αυτό το παιδί που το πιάνει το παράπονο γιατί το πλήγωσαν άνθρωποι που αγάπησε πολύ και που θυμώνει γιατί το “άδειασαν” με τόση ευκολία.
Που δεν θέλει να τους δικαιολογήσει. Που δεν θέλει να καταλάβει και να αποδεχτεί, αλλά μόνο να αγαπηθεί έτσι όπως ξέρει εκείνο να αγαπάει.
Αυτό το παιδί που, τώρα πια, δεν φοβάται να σε κατηγορήσει κατάμουτρα ότι κι εσύ ακόμη άργησες πολύ να το αγαπήσεις.
Ότι έχασες πολύτιμο χρόνο κυνηγώντας χίμαιρες και αδιαφορώντας για τις δικές του ανάγκες.
Ότι υπήρχαν εποχές που περισσότερη σημασία είχαν οι άλλοι για σένα κι εκείνο ερχόταν πάντα τελευταίο, τότε.
Τότε, γιατί τώρα ξέρει ότι το αγαπάς και το φροντίζεις όσο καλύτερα μπορείς.
Ξέρει ότι τώρα είναι η προτεραιότητά σου και όχι ο τελευταίος τροχός της αμάξης.
Ξέρει ότι προσπαθείς ακόμη να πραγματοποιήσεις εκείνα τα ξεχασμένα όνειρα κι ότι απομακρύνεσαι από όποιον, εκούσια ή ακούσια, το πληγώνει.
Τα ξέρει όλα αυτά, απλά σου γκρινιάζει πού και πού γιατί του έκανες τη ζωή δύσκολη για πολύ καιρό και θέλει να το θυμάσαι.
