Γράφει η Ντέμη Κάργατζη
Περασμένες δώδεκα βρέθηκα μ’ ένα ποτήρι τζιν τόνικ στο χέρι, να χαβαλεδιάζω με φίλους, σ’ ένα ήσυχο μπαρ. Βράδυ Παρασκευής, έχοντας συσσωρεύσει την κούραση όλης της βδομάδας, κάπως αφέθηκα ανάμεσα στη μουσική και τα μουρμουρητά. Το μάτι μου έπεσε στο διπλανό τραπέζι.
Ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο, με το τραπέζι να μοιάζει με διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους. Φανερά δεν ήταν φίλοι. Ίσως να ήταν και το πρώτο τους ραντεβού. Εκείνη έσφιγγε το άδειο ποτήρι στα χέρια της. Εκείνος είχε τα χέρια στις τσέπες και τους ώμους μαγκωμένους. Μια στο τόσο, εκείνη πεταγόταν μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο κάτι να του πει. Κι είχε τόσο νάζι και τόση αφέλεια προσπαθώντας να του πιάσει την κουβέντα. Μα εκείνος δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει λέξη.
Όταν το βλέμμα του έπεφτε πάνω της, δεν έμενε πάνω από τρία δευτερόλεπτα. Κοίτα τη μωρέ! Κοίτα την! Χαμογέλασέ της, κάνε τη να γελάσει. Διώξε το φόβο και τη ντροπή που σε δέρνει, αφού είσαι τρελαμένος μαζί της. Αντί να σκύβεις πάνω από το τραπέζι για να την ακούσεις, πήγαινε δίπλα της. Σπάσε τον πάγο επιτέλους. Μίλα της για τα παιδικά σου χρόνια, πες της για τότε που γίνατε ρεζίλι με τον κολλητό σου και πως το αγαπημένο σου φαγητό είναι ο μουσακάς, αλλά με λίγη μπεσαμέλ, όπως τον κάνει η μάνα σου. Πες της για το σπίτι σου, την οικογένειά σου, τη δουλειά σου.
Αφέσου, ανοίξου, επικοινώνησε. Άνοιξέ το το ρημάδι και ρώτα τη να μάθεις για κείνη. Κέρασέ την κι ένα δεύτερο ποτό να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Πρότεινε της να συνεχίσετε το βράδυ σας και κάπου αλλού. Γίνε δραστήριος κι ενεργητικός. Δείξ’ το αφού σ’ ενδιαφέρει! Τι να την κάνεις τη σιωπή τώρα; Που θα σ’ ωφελήσει βρε παιδί μου;
Σκέφτεσαι και το ξανασκέφτεσαι. Κοιτάς δεξιά κι αριστερά. Δεν έρχεται το τέλος του κόσμου με μια χυλόπιτα, δεν αξίζει τον κόπο να μαζεύεσαι απ’ το φόβο και μόνο μη σ’ απορρίψει. Μην είσαι κότα μωρέ! Ξεδίπλωσε την ψυχή σου και πέρνα λίγο καλά. Για του λόγου το αληθές, ήταν λες και παρακολουθούσα ρομαντική κομεντί.
Από την αγωνία μου μην τυχόν και το ειδύλλιο δεν ευοδωθεί και χωρίς να το καταλάβω, οι σκέψεις μου απέκτησαν φωνή. «Κάνε μωρέ το πρώτο βήμα να τα ζήσετε επιτέλους!» νόμισα πως ψιθύρισα. Μα δεν ψιθύρισα, φώναξα. Κι εκείνος μ’ άκουσε. Κι εγώ ντράπηκα. Του γύρισα την πλάτη προσπαθώντας να κάνω την αδιάφορη. Όταν ξαναγύρισα, εκείνος ήταν δίπλα της και τη φιλούσε.
Κρυφογελώντας μάζεψα τα πράγματα μου και προχώρησα προς την έξοδο. Μωρέ μήπως το θέλετε το σπρωξιματάκι σας μερικοί μερικοί; Μήπως να βάλουμε ένα χεράκι όλοι μαζί, να σπρώξουμε τη ζωή να κυλήσει, να κατρακυλίσει ο φόβος, μπας και κάνουμε τον κόσμο καλύτερο; Μωρέ λες;
