Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Η πιο επικίνδυνη επιστροφή δεν ξεκινά με ένα «συγγνώμη».
Ξεκινά με ένα μήνυμα που έρχεται αργά, συνήθως σε ώρα που η λογική έχει ήδη κοιμηθεί.
«Μου έλειψε το φιλί σου».
Και ξαφνικά, δεν θυμάσαι γιατί έφυγες.
Δεν θυμάσαι τις φορές που περίμενες απάντηση με το κινητό στο χέρι. Δεν θυμάσαι τις κουβέντες που έμειναν μισές, τις μέρες που ένιωθες πως χωράς μόνο όταν τον βόλευε. Δεν θυμάσαι καν εκείνο το τελευταίο βράδυ που κατάλαβες ότι, αν μείνεις λίγο ακόμη, θα αρχίσεις να μην αναγνωρίζεις τον εαυτό σου.
Θυμάσαι το φιλί.
Το συγκεκριμένο. Εκείνο που είχε τρόπο να σου σβήνει τις αντιστάσεις χωρίς να λύνει τίποτα. Το φιλί που δεν ζητούσε εξηγήσεις, δεν έδινε υποσχέσεις, δεν έφτιαχνε μέλλον. Απλώς σε έφερνε για λίγο πίσω σε μια εκδοχή σου που ήθελε να πιστεύει.
Κι αυτό είναι το πρόβλημα.
Δεν σου λείπει πάντα ο άνθρωπος.
Σου λείπει η στιγμή πριν καταλάβεις.
Η στιγμή που όλα ήταν ακόμη πιθανά και δεν είχες χρειαστεί να μετρήσεις ποιος δίνει, ποιος φεύγει, ποιος επιστρέφει μόνο όταν νυχτώνει.
Ένα τέτοιο μήνυμα δεν είναι πάντα επιστροφή.
Μπορεί να είναι ένα τεστ. Να δει αν έχει ακόμη πρόσβαση. Αν το όνομά του εξακολουθεί να ανοίγει την πόρτα σου. Αν μπορεί, με δύο λέξεις, να σε κάνει να ξεχάσεις όσα χρειάστηκαν μήνες για να αντέξεις.
Και το πιο δύσκολο δεν είναι να μην απαντήσεις.
Το πιο δύσκολο είναι να απαντήσεις στον εαυτό σου.
Να του θυμίσεις ότι ένα φιλί, όσο κι αν σου έλειψε, δεν είναι λόγος να ξαναγυρίσεις σε κάτι που σε άφηνε κάθε φορά να φεύγεις μόνη.
