Γράφει ο Στέφανος Κωνσταντίνου
Ήταν εκείνη η αγκαλιά που κράτησε λίγο παραπάνω. Εκείνη που δεν ήξερα αν έπρεπε να χαθώ μέσα της ή να την αφήσω πρώτη, για να γλιτώσω τον εαυτό μου από το βάρος του αποχωρισμού.
Σε ένιωσα αλλιώς εκείνη τη φορά. Δεν ήταν μια αγκαλιά σαν τις άλλες. Δεν είχε εκείνη την ανεμελιά που είχαν οι προηγούμενες, δεν ήταν από αυτές που δίνεις χωρίς να το σκέφτεσαι. Είχε βάρος. Είχε όλα όσα δεν είπαμε, όλα όσα καταλάβαμε όταν ήταν ήδη αργά.
Αναρωτιέμαι αν τη θυμάσαι.
Αν θυμάσαι τα δάχτυλά σου να σφίγγουν λίγο πιο δυνατά την πλάτη μου. Αν θυμάσαι το πώς κολλούσε το σώμα σου πάνω στο δικό μου, σαν να έψαχνες να πάρεις μαζί σου κάτι από μένα. Αν θυμάσαι εκείνο το αδιόρατο τρέμουλο, σαν να πάλευες να κρατήσεις κάτι που ήδη σου ξέφευγε.
Θυμάσαι, άραγε, ότι δεν ήθελα να φύγω;
Μπορεί να χαθήκαμε, μπορεί να διαλυθήκαμε σε δρόμους παράλληλους που ποτέ δεν ενώθηκαν ξανά, αλλά εκείνη η τελευταία αγκαλιά… αυτή δεν ξεθώριασε. Ήταν το τελευταίο πράγμα που ένιωσα από σένα. Η τελευταία φορά που ήμουν σίγουρος πως, έστω και για ένα δευτερόλεπτο, ένιωθες το ίδιο.
Αν ήξερες τότε πως θα ήταν η τελευταία, θα είχες μείνει λίγο ακόμα; Θα είχες σφίξει τα χέρια σου πιο δυνατά γύρω μου; Θα είχες αφήσει την καρδιά σου να μιλήσει, χωρίς να προσπαθείς να τη φιμώσεις με λογική;
Δεν ξέρω αν τη θυμάσαι.
Αλλά εγώ, εκείνη την τελευταία αγκαλιά, τη νιώθω ακόμα πάνω μου. Και ίσως, σε κάποια άλλη ζωή, σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν, να μην ήταν η τελευταία. Να ήταν απλώς η αρχή.
