Γράφει η Δώρα Βλαχοπούλου
Σαν πέσει ο ήλιος και αναδυθεί το φεγγάρι. Σαν πέσουν οι μάσκες των ανθρώπων και φανούν οι ψυχές τους, τότε βλέπουμε πραγματικά.
Τότε, τελικά, το σκοτάδι φωτίζει όλα όσα έκρυβε ο ήλιος. Ειρωνία ε; Τις ανασφάλειες, τους φόβους, τις πληγές. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοκαίρι.
Είναι και φθινόπωρο. Είναι και η μικρή καταιγίδα, που οδηγεί στο πολύχρωμο ουράνιο τόξο. Είναι και τα σύννεφα, που ζωγραφίζουν τον ουρανό με ποικίλα σχήματα.
Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι απλά μία λέξη, ένα ουσιαστικό. Είναι πολλά παραπάνω. Είναι σκόρπιες λέξεις σε ένα κομμάτι χαρτί, που δεν βρίσκουν τη σωστή σειρά τους. Είναι εικόνες χρωματιστές, αλλά και ασπρόμαυρες.
Είναι οι καρποί των φρούτων το καλοκαίρι και τα πεσμένα φύλλα στις ρίζες των δέντρων το φθινόπωρο. Είναι μία απέραντη θάλασσα από συναισθήματα, που σκάνε, σαν τα κύματα στην στεριά. Κάτι το ατελές, αλλά και το τέλειο συγχρόνως.
Οι άνθρωποι, μικρές πολύχρωμες κουκίδες μέσα σε έναν απέραντο χάρτη. Κι όμως, εάν εμβαθύνεις, θα δεις πως πίσω από την ολοστρόγγυλη κουκίδα κρύβεται το άπειρο. Το άπειρο συμβολίζει κάτι, το οποίο είναι μη πεπερασμένο. Όπως τα συναισθήματά μας.
Δεν έχουν μέτρο και σε καμία περίπτωση δεν είναι ελεγχόμενα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δε νιώθει. Απλώς ο καθένας μας κρύβεται πίσω από το χρώμα της κουκίδας του. Άλλος πίσω από ένα χαρούμενο κίτρινο, κι άλλος πίσω από ένα στενάχωρο γκρι.
Έτσι είμαι εγώ. Μία σύμπνοια όλων αυτών. Έτσι είσαι και εσύ, αν το καλοσκεφτείς. Κάτι το ανεξήγητο και συνάμα το μπερδεμένο. Μικρά πυροτεχνήματα, που λάμπουν στον ουρανό σε μη αναμενόμενο χρόνο. Δεν μπόρεσα να εξηγήσω ποτέ αυτόν τον συνδυασμό και όσο τα χρόνια περνάνε, περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.
Δεν ξέρω αν εγώ η ίδια αντέχω αυτό που είμαι. Η μόνη αλήθεια μας είναι τα δάκρυα, που χαϊδεύουν τα πρόσωπά μας και κουβαλούν κάθε λογής αναμνήσεις και χρώματα. Πέφτουν πάνω στην γη και παίρνουν λίγο από το βάρος, που κουβαλάμε.
Μην ψάχνεις λοιπόν να βρεις μία σειρά. Δεν υπάρχει. Όλοι αρμενίζουμε με βάση τον αέρα. Πότε μας πάει κατά δεξιά, πότε κατά αριστερά. Το πότε θα σηκώσεις τα πανιά σου όμως, το επιλέγεις εσύ.
Γιατί μπορεί ο αέρας να είναι δυνατός, αλλά εσύ να είσαι δεινός καπετάνιος. Άλλωστε αν δεν φυσήξει, πως θα φύγουν τα σύννεφα; Μήπως τελικά το πρόσημο μπροστά από κάθε συνθήκη το επιλέγεις εσύ;
Είναι στο χέρι σου, εκεί που όλοι βάζουν αρνητικό, εσύ να επιλέγεις πάντα το θετικό. Λοιπόν, σαλπάρουμε;
