Γράφει η Λιάνα
Μέσα μου έχω μια αλήθεια, μια ψυχή, δεκάδες πληγές ανοιχτές, λίγα απλά όνειρα και αμέτρητους φόβους. Επτασφράγιστα μυστικά για όλους, επιμελώς καλυμμένα.
Απέναντι μου, έχω τα μάτια σου, τις απορίες σου, τις ερωτήσεις σου για όλα, το “νοιάζομαι” σου, που άγγιξε ευαίσθητες χορδές, χρόνια σκουριασμένες.
Και δίπλα μου, έχω τα χέρια σου, που με χαϊδεύουν, σαν να ξανάγινα κοριτσάκι, την αγκαλιά σου, που την κέρδισα με κόπο και την έκανα κοινή μας ανάγκη και την παρουσία σου παντού, στα δύσκολα, στα εύκολα. Χωρίς λόγια, υποσχέσεις και ανυπόστατες προσδοκίες.
Και από πάνω μου, κρέμεται εδώ και μέρες η ανάγκη μου να ανοίξω διάπλατα τα χαρτιά μου μπροστά σου. Να φανερώσω ξεχασμένες και θαμμένες αναμνήσεις που καθόρισαν το ποια είμαι. Να με δεις επιτέλους να φοβάμαι, να φρενάρω. Να πετάξω την καλοβαλμένη μάσκα μου και να σου ξανασυστηθώ.
Να σου πω πόσο ανάγκη έχω κάποιον πρόθυμο να σταθεί δίπλα μου. Να κλειστώ μέσα σου, για ώρες, να ξεκουραστώ με τη μυρωδιά σου, να σου δείξω πως κ εγώ είμαι φτιαγμένη από ανασφάλειες, ανακατεμενες με την αγάπη που οδηγεί τη ζωή μου, σε κάθε σωστό και λάθος έχω κάνει.
Γιατί αυτό που εγώ αναγνωρίζω σαν αγάπη, δεν είναι ο έρωτας, ο ρομαντισμός και η ονειροπόληση, αλλά η ενσυναίσθηση, η κατανόηση, το χέρι που απλώνεις και το χέρι που σε κρατάει.
Θέλω να σταθώ απέναντι σου, έχοντας πετάξει από πάνω μου κάθε τι περιττό, να σου χαρίσω κομμάτια του εαυτού μου, σταγόνες της ψυχής μου. Να σου δώσω όσα ζωντάνεψες, όσα αξίζεις, όσα κέρδισες.
Κι όταν γίνω επιτέλους αληθινή μπροστά σου, χωρίς καλύψεις, όταν πάρεις εξηγήσεις για όσα αναρωτιέσαι, να σε ρωτήσω αυτό που τόσο καιρό καίει το στόμα μου.
“Τώρα που έμεινα ανοχύρωτη, χωρίς ασπίδες και άμυνες, χωρίς υπεκφυγές, τώρα που σε έβαλα στον κόσμο μου και κατάλαβες τα τόσα κατεβασμένα βλέμματα, τα τόσα μισόλογα, θα τολμήσεις να μείνεις;”
