Γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος
Βαρέθηκα να φεύγεις, να σταματάς τον χρόνο και να γυρίζεις πίσω. Σε μια βαλίτσα τα όνειρα ακολουθούν πάντα το ίδιο δρομολόγιο, ποτέ δε λυτρώνονται. Οι μέρες αλλάζουν μα όλα ίδια μένουν μαζί σου.
Ένα τρένο η αγάπη μας, την μία στιγμή κουνάω το μαντήλι του αποχωρισμού και την επόμενη, με ένα σου νεύμα περιμένω στον σταθμό τον γυρισμό σου.
Βαρέθηκα να με ξεγελά το παρελθόν, να θυμάμαι στιγμές που χτύπαγε η καρδιά σου στα χέρια μου, για να κρατάω ζωντανή την ελπίδα παρά το κώμα που την έχεις ρίξει.
Ποτέ δεν πρόκειται να ξυπνήσει.
Πολλά λάθη ονόμασα σωστά, πολλά τα τρένα που πήραν την χαρά μου.
Βαρέθηκα τις ώρες να περνούν μέσα από τα ίδια μονοπάτια της απόγνωσης, κάθε φορά που με άγγιζες γνώριζα την κατάληξη … Υπαίτιος μόνο εγώ στον εξευτελισμό της ευτυχίας μου, γιατί αυτή η μαλακισμένη καρδιά ήταν καρφωμένη πάνω σου και τι κατάλαβα; Τι θα μείνει πίσω ύστερα από κάποια χρόνια, όταν θα κοιτάζω σε έναν καναπέ τα επιτεύγματα της νιότης μου;
Τα “ίσως” που δεν τόλμησαν να γίνουν οι ευτυχισμένες περιπέτειες της αγάπης.
Ήρθε ο καιρός να αναλάβω τα δικά μου “θέλω”. Μπαίνω στο τρένο και σε κοιτάζω απ’ το τζάμι. Κράτα εσύ το μαντήλι τώρα. Μην το κουνήσεις, μόνο καθάρισε τη σκόνη που αφήνουν οι ράγες πίσω τους.
Απλά… σε βαρέθηκα.
