Γράφει η Ελένη Σάββα
Μήπως ήρθε καιρός να τα πετάξω εκείνα τα λουλούδια; Λέω για εκείνα τα κόκκινα και τα άσπρα, που μου έφερες εσύ. Αυτά, που όταν τα πρωτοείδα είχα ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, και σου έκανα μια μεγάλη αγκαλιά.
Βλέπεις, ήταν τα πρώτα λουλούδια που μου έδωσες, και τα τελευταία. Ευτυχώς δηλαδή. Ποιος να ήξερε τί θα γινόταν αν μου έφερνες κι άλλα. Το σπίτι μου τώρα θα ήταν γεμάτο μαραμένα λουλούδια. Το φαντάζεσαι; Θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να τα πετάξω.
Ευτυχώς είναι λίγα. Θα τα βγάλω από το βάζο, θα τα βάλω σε μια σακούλα, θα τα πετάξω, κι ύστερα ούτε γάτα, ούτε ζημιά.
Έλα όμως που τώρα εκεί ο χώρος είναι λίγο άδειος… Σαν να λείπει κάτι. Σαν να λείπεις εσύ, και τα λουλούδια σου. “Μα όχι”, λέω στον εαυτό μου, “καλύτερα να λείπει κάτι παρά να είναι εκεί, και να είναι κατά κάποιο τρόπο μακρυά”.
Για καιρό σκεφτόμουν τι να βάλω εκεί που ήταν το βάζο, να μην φαίνεται τόσο άδειος και μουντός ο τόπος. Κι ύστερα ήρθαν φίλοι πολλοί στο σπίτι. Και κανένας δεν πρόσεξε πως κάτι λείπει. Κανένας δεν είπε: “είναι λίγο άδειος ο χώρος εκεί, βάλε κάτι.”. Και τότε πείστηκα.
Πείστηκα, πως όλα είναι στο μυαλό. Τίποτα δεν λείπει. Από πουθενά. Ούτε από το σπίτι μου, ούτε από τη ζωή μου. Καμία γωνία δεν πρέπει να γεμίσει. Ίσως άδεια να έχει πιο πολύ αξία. Ίσως έτσι να δείχνει ότι έζησα, ότι αγάπησα.
Κι αν κάποτε έρθει κάτι και την γεμίσει, να μπορώ περήφανα να χαμογελάω επειδή μου δίνει χαρά, κι όχι απλώς επειδή γεμίζει το χώρο.
Να μπορώ να χαμογελάω αληθινά. Εκεί κρύβεται όλη η αλήθεια μου. Εκεί, και στην αγάπη. Προς το παρόν, ανοίγω την κουρτίνα, να λούσει ο ήλιος εκείνη τη γωνία του σπιτιού. Της αξίζει λίγο φως μετά από τόσο σκοτάδι!
