Γράφει ο Ανδρέας Φιλίδης
Δεν ήταν του δράματος, ούτε των μεγάλων λόγων.
Αλλά υπήρχε κάτι που τον έτρωγε κάθε φορά που δεν κοιμόντουσαν μαζί.
Όχι επειδή χρειαζόταν απαραίτητα την αγκαλιά.
Αλλά γιατί ήξερε πως το κρεβάτι είναι το τελευταίο μέρος όπου κρατιέται το «μαζί», όταν όλα τα άλλα έχουν κουραστεί.
Όταν δεν ήταν δίπλα του, δεν κοιμόταν.
Έκλεινε τα μάτια, αλλά μέσα του ήταν ξύπνιος.
Κι όχι, δεν το έλεγε. Δεν ήταν από εκείνους που ζητάνε.
Αλλά το σκεφτόταν.
Πώς πέρασε έτσι το βράδυ;
Πόσες φορές μπορεί να συνηθίσει κάποιος την απόσταση μέχρι να πάψει να του φαίνεται αφύσικη;
Ήξερε πως τα πράγματα χαλάνε σιγά.
Με μικρές σιωπές, με «άσε με τώρα», με κουβέρτες χωριστές και σώματα που κοιμούνται σε άλλο δωμάτιο.
Ήξερε επίσης πως όταν η νύχτα πάψει να τους ενώνει, η μέρα δεν έχει από πού να κρατηθεί.
Γι’ αυτό ήθελε να την έχει δίπλα του.
Όχι πάντα χαμογελαστή, όχι πάντα διαθέσιμη.
Αλλά εκεί.
Να γυρίσει και να τη βρει.
Να της πιάσει το χέρι — όχι για συγγνώμη, ούτε για έρωτα.
Αλλά για να της πει «δεν έφυγα» χωρίς λόγια.
Και όσο εκείνη κοιμόταν, εκείνος έμενε άγρυπνος μόνο για να βεβαιωθεί:
ότι το “μαζί” τους ακόμη ανέπνεε.
