Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρούσσος
Ακόμη μου λείπεις.
Όχι με εκείνον τον θεαματικό τρόπο που περιγράφουν στις ταινίες. Δεν στέκομαι κάτω από το σπίτι σου, δεν ψάχνω το όνομά σου σε παλιές συνομιλίες, δεν περιμένω κάποιο σημάδι να μου αποδείξει ότι σκέφτεσαι κι εσύ τα ίδια.
Μου λείπεις πιο ύπουλα.
Στις άσχετες στιγμές.
Όταν περνάω από ένα μέρος που δεν έχει καμία σχέση με εσένα, αλλά ξαφνικά σε κουβαλάει ο αέρας. Όταν ακούω μια φράση που θα σχολίαζες με εκείνον τον τρόπο σου. Όταν μου συμβαίνει κάτι καλό και, για ένα δευτερόλεπτο, το πρώτο πρόσωπο που θέλω να το πω είσαι εσύ.
Μετά θυμάμαι.
Και συνεχίζω.
Αυτό είναι το πιο παράξενο με την απουσία. Δεν σε σταματά πάντα. Δεν σε διαλύει κάθε μέρα. Σε μαθαίνει να λειτουργείς κανονικά, ενώ κρατάει ένα μικρό κομμάτι σου σε αναμονή. Σαν φως αναμμένο σε δωμάτιο που δεν κατοικεί πια κανείς.
Έχω μάθει να ζω χωρίς εσένα. Μην το μπερδέψεις.
Δεν σημαίνει ότι σε ξεπέρασα.
Σημαίνει ότι έμαθα να μη ζητάω από την απουσία σου να μου δώσει πίσω όσα πήρε.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο. Να αποδεχτείς ότι κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν επειδή έπαψαν να σημαίνουν. Φεύγουν επειδή δεν μπόρεσαν να μείνουν. Κι εσύ μένεις πίσω να κάνεις ειρήνη με κάτι που δεν έκλεισε ποτέ όπως θα ήθελες.
Δεν ξέρω αν σου λείπω.
Δεν ξέρω αν περνάει καμιά νύχτα που να με θυμάσαι χωρίς να το θέλεις. Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμη μέσα σου μια μικρή γωνιά που κρατάει το όνομά μου.
Ξέρω μόνο ότι εγώ δεν θέλω πια να γυρίσεις για να μου αποδείξεις κάτι.
Δεν θέλω να επιστρέψεις από μοναξιά, από συνήθεια ή από μια αδυναμία της στιγμής.
Αν γυρίσεις, θέλω να είναι επειδή κατάλαβες.
Κι αν δεν γυρίσεις, θα συνεχίσω.
Με όσα μου έμαθες.
Με όσα δεν πρόλαβες να μου πεις.
Με εκείνο το κομμάτι μου που θα σε θυμάται πάντα χωρίς να σε περιμένει.
Γιατί ακόμη μου λείπεις.
Αλλά δεν μου λείπω πια εγώ!
