Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Σε ξέρω εσένα, κορίτσι μου.
Μη με κοιτάς έτσι.
Σε ‘χω δει…
Όχι όταν χαμογελάς, μα όταν το κάνεις μόνο και μόνο για να μη σε ρωτήσουν οι γύρω σου αν είσαι καλά. Κι εσύ αναγκαστείς να τους πεις ξανά το ίδιο ψέμα. Πως είσαι.
Σε έχω προσέξει όταν σωπαίνεις.
Όταν όλοι νομίζουν ότι απλά βαριέσαι ή απλά δεν έχεις όρεξη.
Κι εγώ ξέρω καλά, πως μέσα σου φωνάζουνε όλα. Και πως κουράστηκες πάρα πολύ να μην ακούει κανένας.
Σε ξέρω σου λέω εσένα…
Εσένα που κράτησες τα πάντα όρθια,
όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονταν.
Που ήπιες τα δάκρυά σου πριν τα δούνε οι άλλοι.
Που είπες “δεν πειράζει” ενώ μέσα σου ματώνανε όλα.
Ξέρω όμως κι όσα δεν είπες!
Ξέρω πόσα συγχώρεσες χωρίς να πάρεις, έστω, μια γαμημένη συγγνώμη.
Ξέρω πως πολλές νύχτες έγινες μαξιλάρι για όλους, κι όταν ήρθε η δικιά σου η σειρά, κανείς δεν ήταν εκεί να σε κρατήσει. Κρατιόσουνα μόνη σου.
Σε βλέπω.
Κι αν δεν σου το είπε κανένας μέχρι σήμερα, σου το λέω εγώ, είσαι θαύμα!
Όχι γιατί δεν λύγισες, αλλά γιατί λύγισες και σηκώθηκες μόνη σου ξανά.
Είσαι από εκείνα τα κορίτσια που δεν ζητάνε.
Που αγαπάνε κι ας μην αγαπηθούν πίσω, γιατί δεν ξέρουνε να κάνουν αλλιώς.
Που δίνουν και χαμογελάμε, ακόμα κι όταν αδειάζουνε.
Και να σου πω και κάτι;
Δεν χρειάζεται να το φωνάξεις.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν.
Εγώ και σε βλέπω, και σε νιώθω.
Αγαπάω αυτό που είσαι, αλλά κι αυτό που παλεύεις να δείχνεις.
Γιατί εγώ, σε ξέρω εσένα κορίτσι μου.
