Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Δεν θυμάμαι πότε σε ερωτεύτηκα. Δεν είχε φανφάρες, δεν είχε δραματικές σκηνές.
Ήταν κάτι απλό. Όπως αυτό εδώ.
Δύο χέρια που αγγίζονται, σχεδόν δειλά.
Το δικό σου τόσο λεπτό, τόσο σίγουρο μέσα στην αβεβαιότητά του.
Το δικό μου να πλησιάζει, να μη σε σφίγγει — μόνο να σε νιώθει.
Όχι όπως πιάνεις κάτι που φοβάσαι να χάσεις,
αλλά όπως αγγίζεις κάτι που ξέρεις πως θέλεις να κρατήσεις για πάντα.
Αυτό ήμασταν πάντα εμείς.
Μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «σε αγγίζω» και στο «σε εμπιστεύομαι».
Στην άκρη των δαχτύλων μας χτίσαμε υποσχέσεις.
Χωρίς φωνές. Χωρίς όρκους.
Μόνο με τη σιγουριά που έχει εκείνος που ξέρει πως αν χαθείς, χάνει κι ένα κομμάτι από τον εαυτό του.
Σε κράτησα πρώτη φορά έτσι.
Όχι για να σε τραβήξω κοντά μου.
Αλλά για να σε αφήσω να με βρεις.
Και κάθε φορά που τα χέρια μας συναντιούνται έτσι, λίγο πριν μπλεχτούν για τα καλά, ξέρω πως τίποτα δεν τελειώνει.
Όλα μόλις αρχίζουν.
Γιατί δεν θέλω να σε κρατάω από το χέρι μόνο όταν όλα πάνε καλά.
Θέλω να είμαι εκεί όταν όλα τρέμουν.
Να σου ακουμπάω τα δάχτυλα και να σου λέω «είμαι εδώ».
Αθόρυβα. Όπως αγαπιούνται οι μεγάλοι έρωτες.
Μέσα στην απλότητα μιας στιγμής που αξίζει όλη τη ζωή.
