Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Έλα να κοιταχτούμε. Όχι για να υποσχεθούμε. Όχι για να εξηγήσουμε. Όχι για να προλάβουμε το αύριο. Απλώς να σταθούμε απέναντι. Χωρίς άμυνες, χωρίς ρόλους, χωρίς εκείνη τη φασαρία που κάνουμε όταν φοβόμαστε τι θα συμβεί αν σωπάσουμε. Έλα να κοιταχτούμε κι ό,τι προκύψει.
Γιατί κάποιες αλήθειες δεν λέγονται. Φαίνονται. Στο βλέμμα που δεν αποφεύγει. Στο δευτερόλεπτο που κρατάει λίγο παραπάνω. Στην ανάσα που βαραίνει όταν πλησιάζεις. Εκεί, όλα ξεγυμνώνονται. Ό,τι είμαστε. Ό,τι φοβόμαστε. Ό,τι θέλουμε αλλά δεν τολμήσαμε να ζητήσουμε.
Κουραστήκαμε από τις λέξεις. Από τα “να δούμε”, τα “ίσως”, τα “δεν είναι η ώρα”. Κουραστήκαμε να διαπραγματευόμαστε το συναίσθημα, να το κόβουμε σε κομμάτια για να μη μας τρομάξει ολόκληρο. Κι όμως, όταν κοιτάζεις κάποιον στα μάτια, δεν μπορείς να κρυφτείς. Δεν μπορείς να πεις ψέματα χωρίς να σε προδώσει το σώμα σου.
Έλα να κοιταχτούμε σημαίνει να ρισκάρουμε. Να αφήσουμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην γίνει τίποτα. Να μην ταιριάξει. Να μην αντέξει. Αλλά και να δώσουμε χώρο στο ενδεχόμενο να γίνει κάτι αληθινό. Όχι τέλειο. Αληθινό. Με τις ρωγμές του, με τις ανασφάλειες του, με την ευθύνη που κουβαλάει.
Δεν ζητάω σχέδια. Δεν ζητάω διαβεβαιώσεις. Ζητάω παρουσία. Να είσαι εδώ. Τώρα. Όχι όπως θα ήθελες να είσαι, αλλά όπως είσαι. Με τις αντιφάσεις σου. Με τα κουσούρια σου. Με την ιστορία σου γραμμένη πάνω σου. Κι εγώ το ίδιο. Χωρίς φίλτρα. Χωρίς εκπτώσεις.
Γιατί, στο τέλος, ό,τι αξίζει δεν ξεκινάει με μεγάλα λόγια. Ξεκινάει με ένα βλέμμα που δεν κάνει πίσω. Με μια σιωπή που δεν είναι άβολη. Με μια στιγμή που δεν χρειάζεται τίτλο. Αν είναι να γίνει, θα φανεί. Αν όχι, θα το αντέξουμε. Αλλά τουλάχιστον θα ξέρουμε.
Έλα, λοιπόν. Να κοιταχτούμε. Κι ό,τι προκύψει. Αυτό είναι το μόνο έντιμο ξεκίνημα που ξέρω.
