Γράφει η Αναστασία Κακαβά
Θέλω για πολλά να σου μιλήσω αλλά μπλέκεται ένας κόμπος στο λαιμό. Συμβαίνουν τόσα γύρω μας που θα έπρεπε να μονοπωλούν την προσοχή και την ανησυχία μου, μα εγώ είμαι εδώ, είναι νύχτα και το μόνο που σκέφτομαι είναι τη μιζέρια που έχει πλέξει τα δίχτυα της γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις.
Βλέπεις, όσο ο ήλιος πέφτει η ανασφάλεια ορθώνεται μπροστά μας. Όταν νυχτώνει οι σκέψεις θεριεύουν. Δεν είναι τυχαίο πως ο νους θολώνει σαν σβήσουν τα φώτα. Η ψυχή μένει μόνη να σκεφτεί και να προβληματιστεί για όσα η μέρα δεν της επέτρεψε να αναλογιστεί.
Η μουσική συνοδεύει απαλά την ιεροτελεστία, ίσως ένα αναμμένο τσιγάρο να κάνει παρέα στην αναμμένη καρδιά κι ένα ανοιχτό παράθυρο με θέα το δρόμο της γειτονιάς είναι όλα όσα χρειάζεται η βραδιά. Και ξάφνου η ματιά σου γίνεται πιο ξεκάθαρη, πιο βαθειά και διεισδυτική · απορείς «πώς καταλήξαμε έτσι;».
Αναστενάζεις μπροστά στην κατάντια κοιτώντας δειλά τη λάμψη του φεγγαριού που φωτίζει τον έρημο δρόμο. Πρόσωπα ανέκφραστα, συναισθήματα χλιαρά, σώματα που ενώνονται μόνο για ηδονή, ψυχές που ποτέ δεν έγιναν ένα κι άλλες που λαχταρούν να γίνουν, μα πάντα κάτι γίνεται με τρόπο λανθασμένο. Είναι αδυναμία να είσαι ευαίσθητος, λένε. Είσαι εύθραυστος σε μια κοινωνία που θέλει να σε σπάσει σε κομμάτια.
Μην δείχνεις όσα νιώθεις εύκολα, να μένεις αγέρωχος σου λένε, γιατί οι αδυναμίες είναι η αχίλλειος πτέρνα που οι άλλοι σε εσένα αναζητούν με αγωνία για να την πληγώσουν.
Ξημερώνει κι εσύ βάζεις τη μάσκα σου και δείχνεις δυνατός, μα η νύχτα είναι εκεί. Σιωπηλά και καρτερικά σε περιμένει, ξέρει ότι θα επιστρέφεις πάντα σε εκείνη. Είναι η μόνη που σε ξέρει καλά, η καρδιά σου δεν της κρύφτηκε ποτέ. Αναμένει την ώρα που θα βγάλεις το προσωπείο, θα κρεμάσεις το σακάκι σου και θα της κάνεις παρέα.
Πάλι τα ίδια θα της πεις, κάθε βράδυ τα ίδια. Κάποιος θα σου λείπει, κάποιον πλήγωσες, κάποιος σε πλήγωσε, κάποιος σε υποτίμησε, σε προσέβαλε ή σε αδίκησε. Όλα θα της τα πεις κι όλα θα μείνουν κρυφά, γιατί είναι η καλύτερη σου φίλη. Θα σε ακούσει και το σκοτάδι της θα σε αγκαλιάσει.
Ίσως δακρύσεις, ίσως γελάσεις, ίσως σκύψεις απλώς το κεφάλι, για να ξυπνήσεις πάλι υπερήφανος το επόμενο πρωί γιατί, άλλωστε, κανείς δεν σε είδε να λυγίζεις το προηγούμενο βράδυ, σωστά; «Πώς γίναμε έτσι;» λες, κι επιμένεις να αναρωτιέσαι πότε έχασε ο άνθρωπος την ευγένεια, το σεβασμό, την τόλμη και τη θέληση να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Όσο ο κόσμος εξελίσσεται τόσο η ανθρώπινη ψυχή καταστρέφεται. Χαθήκαμε ανάμεσα στον εγωισμό, τη φιλοδοξία και την αλαζονεία. Τα «θέλω» έγιναν «πρέπει», τα «μείνε» μετατράπηκαν σε «φύγε, μπορώ και μόνος μου» και το «εγώ» ΔΕΝ έγινε ποτέ «εμείς».
Τι τα θες; Τι τα σκέφτεσαι; Μην κατηγορείς κανέναν, πάρε την ευθύνη που σου αναλογεί και διόρθωσε μόνο τα λάθη που μπορείς εσύ να ελέγξεις, δηλαδή τα δικά σου. Κάνε εσύ το σωστό κι ας μην το αναγνωρίζει κανείς, αγάπα κι ας μην σε αγαπούν, σεβάσου κι ας μην σε σέβονται, ζήσε αξιοπρεπώς όσο κι αν προσπαθούν να σε υποτιμήσουν.
Στο τέλος, μόνο στον εαυτό σου έχεις να απολογηθείς και σε αυτόν μπροστά ποτέ δεν πρέπει να ντραπείς, άλλωστε σωστά λένε πως «η ζωή σου είναι η σχέση με τον εαυτό σου». Έχε τα καλά με τη συνείδησή σου, πράξε το σωστό για σένα και άσε τον άλλον να τα βρει με τη δική του συνείδηση. Να ξέρεις, αυτή ποτέ δεν συγχωρεί και πάντα επιστρέφει, κυρίως τη νύχτα που μένεις μόνος κι αφύλαχτος, παραμονεύει για να σε καταδικάσει για όσα έκανες ενώ δεν έπρεπε, αλλά και για όσα όφειλες να κάνεις αλλά ποτέ δεν τόλμησες…
