Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Το μυαλό στριφογυρίζει σε σκέψεις παλιές χωρίς να το θέλει. Χαϊδεύει στιγμές που νόμισα πως είχα ξεχάσει. Τότε στον κήπο που τραγούδησα για πρώτη φορά ανάμεσα στις λεμονιές και στις ροδιές. Χαμογελούσα χωρίς λόγο, γέμιζα τα χέρια μου με χώμα βρεγμένο, για να μυρίσω τη γη. Είχα μια άλλη αίσθηση για τον κόσμο, θεωρούσα τα πάντα δικά μου: τις πέτρες, τα λουλούδια, τους δρόμους.
Έπαιζα κρυφτό στην μεγάλη ελιά. Τα άλλα παιδιά δεν ήθελαν να παίξουν, μόλις όμως έπεφτα μέσα σε μια από τις πολλές τρύπες της, σφύριζα. Ήταν μια πρόκληση και τότε όλοι ξεκινούσαν να παίζουν. Πόδια λασπωμένα, ρούχα σκισμένα και μάγουλα κόκκινα. Η κόλαση της μαμάς κι ο δικός μου παράδεισος.
Δεν έχω πολλά να θυμηθώ. Ένιωθα μόνο ελεύθερη. Δεν υπήρχε ρολόι μόνο μέρα κι απόγευμα. Τη μέρα σχολείο και το απόγευμα τσάρκες. Τη νύχτα δεν τη μετράμε, ήταν μόνο για τα όνειρα… Όνειρα με ζαχαρωτά, πολύχρωμες ζωγραφιές και καλοκαιρινούς χιονάνθρωπους… Όλα όσα σκεπάζει η κουπαστή κάθε παιδιού.
Σήμερα οι μέρες είναι οι νύχτες. Μόνο την νύχτα μπορώ να μιλήσω για τις υποσχέσεις όλης της μέρας. Το μελάνι κάθε σελίδας που σκίζω, έχει ποτίσει και τις άλλες σελίδες. Η ίδια μελανιά στο ίδιο σημείο. Μόνο προς το τέλος του ημερολογίου κάτι πάει να γίνει, έχει ξεθωριάσει, δεν φαίνεται τόσο. Δεν με πειράζει καθόλου, μπορεί να το έκανε λίγο στην αρχή αλλά όχι και τώρα.
Ξέρω πως δεν μπορώ να το αλλάξω, μπορώ όμως να ζήσω στην πλώρη του. Είναι η μελανιά που έκανε το χέρι μου, όταν δεν μπορούσε να τιθασεύσει τη σκέψη και να περάσει στο χαρτί. Είναι το φαγωμένο στυλό, που είχα ξεχάσει όταν ήμουν έφηβη μέσα σε ένα σκονισμένο φάκελο με στίχους τραγουδιών που παίζουν ακόμη μια στο τόσο στο ράδιο.
Δεν θέλω να το ξεχάσω. Θέλω να είναι εκεί κι ας λεκιάζει την ημερομηνία κάθε σελίδας. Είναι το σημάδι μιας τρέλας εφηβικής…
