Γράφει η Blonde Commando
«Εσύ ήθελες πάντα το πολύ» έλεγες με το πιο σοβαρό σου ύφος. «Δεν θα ήσουν ποτέ ευτυχισμένη μαζί μου». Αλλά ήμουν ευτυχισμένη στη σκέψη ότι τρώγαμε μαζί παγωτά σε μια παραλία κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Στη σκέψη ότι κάναμε μπάνιο στη θάλασσα και μου τίναζες νερά και γελούσα σαν παιδί. Στη σκέψη ότι γυρίζαμε μαζί τον κόσμο και εγώ σε τραβούσα από το χέρι στις φωτογραφίες για να αντιγράψουμε εκείνες που τόσο μου άρεσαν.
Μα πιο πολύ στη σκέψη ότι οι δυο μας είχαμε διασχίσει μια άγρια θάλασσα χρόνου για να μείνουμε μαζί. Παρά τα προβλήματα, παρά τα εμπόδια, παρά τις αντιξοότητες. Δεν χρειαζόμουν τίποτα παραπάνω για να είμαι χαρούμενη ξέρεις, εκτός από την πίστη σου σ’ εμένα και σε εμάς. Πιάσαμε μαζί το στυλό και αρχίζουμε να γράφουμε την ιστορία.
Μόνο που είχε διαφορετικό τέλος για τους δυο μας. Εσύ σκότωνες την ηρωίδα και τη μετέτρεπές σε splatter. Εγώ περίμενα το δικό μου ευτυχισμένο τέλος, το οποίο ερχόταν τελικά σαν κάθαρση μέσα από πολύ δράμα. Δεν θέλαμε τα ίδια πράγματα και το ήξερες από την αρχή. Αυτό σε καθιστά εξ’ ορισμού ένοχο δια παντός στη δική μου συνείδηση, που δεν έπαψε ποτέ να είναι αθώα, αμόλυντη, απονήρευτη, παιδική.
Ξαναβλέπω το τέλος. Φοράω ένα εκείνο το λευκό φουστάνι με το τιραντάκι που μου γλιστρά στον ώμο. Χαμογελώ καθώς σε κοιτάζω να πλησιάσεις. Μου λες «Πάμε να φύγουμε μαζί να γίνουμε οι καλύτεροι». Σου πιάνω το χέρι και σε ακολουθώ.
Κι εσύ που σε ακολούθησα στις ήττες σου, στις κακές σου στιγμές, στις αμφιβολίες, στα λάθη σου έβγαλες το όπλο σου και σκότωσες εμένα και τις προοπτικές μου. Μαζί και εκείνο το τέλος που πάσχιζα χρόνια να γράψω και τόσο μου άξιζε. Μαζί και τα καλοκαίρια που έγιναν κρύα, τα φεγγάρια που δεν αντέχω να κοιτάξω, την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους, την πίστη μου ότι λίγη μαγεία απέμεινε σε αυτόν τον κόσμο.
Προσπάθησες να μου μιλήσεις αλλά έφυγα τόσο ήσυχα που η σιωπή μου ήταν εκκωφαντική για σένα. Κλείνεις ακόμη τα αυτιά σου τις ώρες που σου φωνάζει γιατί δεν αντέχεις να την ακούς. Ρωτάς τι κάνω. Παρακαλάς μέσα σου να σε θυμάμαι σαν κάτι καλό και όχι σαν αυτόν που δολοφόνησε όλα μου τα όνειρα.
Τι έμεινε από όλη αυτήν την αγάπη; Η συγγνώμη σου που ποτέ δεν δέχτηκα; Οι πληγές που πονάνε όταν έρχεται η σκέψη σου; Η συνείδητοποίηση από την πλευρά σου; Η αγανάκτηση από τη δική μου πλευρά; Είναι τόσο μπερδεμένα όλα αυτά. Έμεινε μόνο μια τελεία. Όχι τρεις τελείες, μία. Η τελεία της ταφόπλακας και της επισφράγισης.
Ξεμακραίνω. Μακραίνουν τα μαλλιά μου, αλλάζει το πρόσωπό μου, μεγαλώνω. Μπορεί κάποια μέρα να σε ξανακοιτάξω με τα ίδια μάτια αλλά διαφορετικό βλέμμα. Ξέρεις ο πόνος και η αδικία αλλάζουν δια παντός την οπτική των ανθρώπων. Περιπλανιέμαι σ’ έναν ιστό γεμάτο «γιατί» και επώδυνες αναμνήσεις, ώσπου να ακούσω μια αγαπημένη φωνή που θα με τραβήξει από αυτόν. Αλλά δεν θα είναι η δική σου. Ξέρεις γιατί; Γιατί τη δική σου δεν θέλω να την θυμάμαι καν.
