Γράφει η Ειρήνη Αγγελίδη.
Μου έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και χάθηκε μέσα στο πλήθος. Έβρεχε και άφησα την ομπρέλα στην προσπάθεια μου να επανέλθω στην πραγματικότητα. Η βροχή ξέπλενε αναμνήσεις και συναισθήματα. Μάταια.
Είχα χρόνια να την δω. Μα ήξερε.
Ήξερε πως ποτέ δεν έφυγα. Ήξερε πως όλα ήταν δικά της. Τα πάντα.
Θυμάμαι καθόμασταν ώρες μπροστά από το τζάκι. Γράφαμε τις ευχές μας σε χαρτάκια και τα πετούσαμε στην φωτιά. Άραγε καιγόντουσαν οι επιθυμίες μας και γίνονταν στάχτη;
Ή ο καπνός τις μετέφερε σε ένα παράλληλο σύμπαν ώστε να εκπληρωθούν;
Ποτέ δεν θα μαθαίναμε και να σου πω, πως με λίγο κρασί παραπάνω δεν μας ένοιαζε κιόλας.
Θα κάναμε αυτό που θέλαμε.
Είχαμε πει να φύγουμε μακριά. Μόνο οι δυο μας. Νέα αρχή, νέα ζωή.
Εγώ και εκείνη.
Όμως οι ευχές έγιναν στάχτες.
Έφταιξα.
Δεν τόλμησα. Φοβήθηκα. Την άφησα να φύγει.
Η αγάπη τρομάζει. Πληγώνει. Διστάζει.
Δεν τόλμησα. Και η ευχή μου να την έχω έμεινε ανεκπλήρωτη.
Είχα κάψει πολλά χαρτάκια στο όνομά της.
Έριξα νερό στην φωτιά αντί να την αφήσω να φουντώσει. Οι επιθυμίες μας θα γινόντουσαν φλόγες. Πάθους, επιθυμίας, έρωτα.
Στέκομαι στο πλήθος και την βλέπω να χάνεται.
Ίσως να μην την ξαναδώ ποτέ.
Ίσως αυτός ο ανεκπλήρωτος έρωτας να είναι αυτός που μου ταιριάζει.
Και ας με πονάει και ας είμαι κενός.
Και ας καίω ακόμα χαρτιά με το όνομά της.
Μα είμαι δειλός.
