Γράφει η Νόνη Διολή
Είδα ένα όνειρο εχθές το βράδυ, πως ήμουν στη θάλασσα κι εκείνη, ήταν γκρίζα και αγριεμένη.
Λίγο βαθύ μπλέ μέσα στ΄απυθμενά της και ο ουρανός μαύρος και αγριεμένος, ενώ ο αέρας έσκουζε διαμονισμένα κι εγώ, φορούσα ένα γαλάζιο διάφανο φόρεμα μουσκεμένο μέχρι τα μισά μου.
Τα μαλλιά μου μπερδεμένα και ανάκατα, έδερναν το προσωπό μου.
Τα χέρια μου παγωμένα και γεμάτα αίματα, κρατούσαν στις χούφτες τους τη σπασμένη μου καρδιά.
Δυο καταλευκοι γλάροι φάνηκαν, δεν ξέρω πώς, μη με ρωτάς.
Ήρθαν και στάθηκαν μπροστά μου! Πήραν τα ματωμένα κομμάτια από τα χέρια μου και τα ‘ριξαν στην παγωμένη θάλασσα και εκείνη βάφτηκε κόκκινη.
Σήκωσα το βλέμμα μου προς τον ουρανό και μια κραυγή ξεχύθηκε από το στόμα μου!
“Ποτέ ξανά πια” ούρλιαξα κλαίγοντας και άφησα τα κύματα να με σκεπάσουν!
Ποτέ ξανά πια…
