Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
Σώπαινα. Για μέρες, για μήνες…
Σώπαινα και άκουγα μόνο αυτά που εσύ είχες επιλέξει να πεις.
Σώπαινα και δε σε ρώτησα ποτέ “γιατί;”. Ούτε γιατί πάντα φεύγεις. Ούτε γιατί επιστρέφεις κάθε τόσο.
Δε σε ρώτησα ποτέ αν σου λείπω ή αν με σκέφτεσαι. Μόνο σώπαινα. Σώπαινα γιατί φοβόμουν την κάθε σου απάντηση.
Σώπαινα γιατί ήξερα πως δε θα άντεχα να σ’ ακούσω να μου λες πως δεν είμαι η μοναδική… Πως δε μ’ ερωτεύτηκες. Σώπαινα.
Κι άφηνα το χρόνο να περνά και απ’όλα όσα ήθελα, τίποτα δε σου ζητούσα. Δεν σου ‘πα ποτέ ” αγκάλιασέ με”, “φίλα με”.
Κι ενώ πέθαινα να ακούσω έστω και μια φορά ένα “σε θέλω” απ’ το δικό σου στόμα, δε στο έκλεψα ποτέ.
“Θες λόγια κορίτσι μου;” -είπες- “τα λόγια πετάνε, φεύγουν. Όι πράξεις μένουν, αυτές κράτα”.
Κι ύστερα άνοιξες την πόρτα κι έφυγες. Όπως έφευγες πάντα… κι εγώ σώπαινα.
