Γράφει η Κατερίνα Μαυρίδου
Με έπαιξες, σε έπαιξα.
Με δούλεψες, σε δούλεψα.
Με πρόδωσες, σε πρόδωσα.
Γιατί θυμώνεις;
Σου είπα από την αρχή, γίνομαι αντανάκλαση και δεν πιστεύω στα μάγουλα που γυρνούν για το “χαστούκι”.
Στο ψέμα σου, απάντησα με σιωπή και χαμόγελο.
Και μετά σου ανταπέδωσα τα ίσα.
Στην προδοσία σου, απάντησα με υπομονή και ανοχή.
Και μετά σου ανταπέδωσα τα ανάλογα.
Στο δούλεμά σου, απάντησα με αντοχή και πείσμα.
Και μετά, σου έμαθα πώς παίζεται το παιχνίδι.
Κι εσύ θύμωσες, γιατί;
Θύμωσες γιατί, ήξερα από την αρχή;
Θύμωσες γιατί δεν έπεισες;
Θύμωσες γιατί..;
Μήπως γιατί κάποιος ήξερε το παιχνίδι καλύτερα από εσένα;
Μα ο καλός παίχτης αγάπη μου, το πρώτο που μαθαίνει, είναι να χάνει.
Τι; Όχι;
Το δεύτερο που μαθαίνει, είναι τους κανόνες του παιχνιδιού.
Κι εγώ είχα μόνο έναν κανόνα.
“Μην με κάνεις να αδιαφορήσω.”
Γιατί από την στιγμή που δεν θα νιώθω πια, από την στιγμή που θα αδιαφορώ για εσένα, από την στιγμή που δεν θα θέλω ούτε να σε αγγίζω, ούτε να ξέρω πού είσαι και τι κάνεις, τότε όλα είναι εύκολα.
Γιατί το παιχνίδι, τότε ξεκινάει.
Δεν καταλαβαίνω γιατί μου θυμώνεις μάτια μου..
Γιατί ρίχνεις το ανάθεμα πάνω μου, όταν εγώ, το μόνο που έκανα, ήταν να γίνω ο καθρέφτης σου.
Ο αντικατοπτρισμός σου.
Τόσο πολύ δεν άντεξες να βλέπεις ποιος είσαι στ’αλήθεια;
