Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Γνωριστήκαμε τυχαία και κάπως αδιάφορα, σε ένα γνωστό μπαράκι στην οδό Μαβίλης. Εσύ με τη παρέα σου και εγώ με τη δίκη μου. Όλο το βράδυ δε σταμάτησες να με φλερτάρεις και το βλέμμα σου δεν έφευγε από πάνω μου ούτε στιγμή. Το πρόσωπο σου, ακόμα και η στάση του κορμιού σου είχε γύρει προς το μέρος μου και με κοίταζε επίμονα.
Οι φίλοι σου σε σιγοντάριζαν και εσύ χαμογελούσες σα να ερωτεύτηκες για πρώτη φορά. Εγώ ανενόχλητη και καθόλου κολακευμένη έπινα το ποτό μου διασκεδάζοντας με τις φίλες μου και χορεύοντας σε ξέφρενους ρυθμούς κάτω από τη κονσόλα του dj.
Εσύ ακόμα εκεί, επί το έργον. Να χορεύεις τάχα μου με άλλες και η ακτίνα του ματιού σου να με περικυκλώνει..
Είχες απλώσει τις κεραίες σου μη τυχόν και με πλησιάσει άντρας να τρέξεις να τον γραπώσεις λέγοντας του «ώπα φίλε, αυτή είναι δίκη μου» και εγώ χωρίς να σε ξέρω καν, να έχω σχηματίσει τη χειρότερη γνώμη με τη τόσο επιτηδευμένη συμπεριφορά σου.
Γύπες από τους λίγους σκέφτηκα, και μετά συνέχισα πάλι τη βραδιά μου, σα να μην υπήρχες στο χώρο πουθενά.
Η επόμενη μέρα με βρήκε στο κρεβάτι με ένα κινητό αγκαλιά και ένα αίτημα φιλίας από κάποιον που ενώ ένα ολόκληρο βράδυ δε σε πρόσεχα καν, ξαφνικά ήταν σα να φωτίστηκε ο κόσμος μου με μιας.
Εκείνο το χαμόγελο στην εικόνα προφίλ σου, εκείνο το γλυκό πρόσωπο που φώτιζε την οθόνη μπόρεσε τελικά και με εντόπισε.
Οι τόσες ώρες αμέλειας από μέρος μου χθες βράδυ, οι τόσες άχαρες ματιές, η αμέριμνη στάση μου, τον έκαναν και πάλι να επιμένει. Ένα αχνό γέλιο σχηματίστηκε στα χείλη μου και το πρώτο ραντεβού είχε μόλις κλειστεί.
Το ένα, έφερε το άλλο και οι ζωές μας μοιράζονται ακόμα σα μια σταγόνα βροχής κάτω από τον υπέρλαμπρο ήλιο του καλοκαιριού πιάνοντας ο ένας του χέρι του άλλου, αναπολώντας κάθε φορά τη γνωριμία μας, βάζοντας τα πιο δυνατά γέλια του κόσμου!
