Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Οι μεγάλες αποφάσεις δεν παίρνονται όταν φωνάζεις.
Παίρνονται όταν έχεις πάψει να έχεις τι άλλο να πεις.
Όταν κάθεσαι στον καναπέ με το ίδιο ρούχο από το πρωί, το κινητό ανάποδα στο τραπέζι και μια κούραση που δεν είναι από τη μέρα. Είναι από το να περιμένεις. Από το να εξηγείς. Από το να δίνεις νόημα σε πράγματα που δεν είχαν ποτέ.
Εκεί, στις ώρες που δεν ανεβαίνουν πουθενά, τελειώνουν οι πιο μεγάλες αυταπάτες.
Δεν έχεις πια νεύρα να κάνεις σκηνή. Δεν θέλεις να στείλεις το μεγάλο μήνυμα. Δεν θες να ακούσεις άλλη μία δικαιολογία που θα προσπαθήσεις να κάνεις να ακούγεται λογική.
Απλώς καταλαβαίνεις.
Καταλαβαίνεις ότι κάποιος μπορεί να σε θέλει, αλλά όχι αρκετά για να σε χωρέσει. Μπορεί να σου λέει ωραία πράγματα, αλλά να μη σηκώνει ποτέ το βάρος τους. Μπορεί να επιστρέφει κάθε φορά που πας να φύγεις, μόνο και μόνο για να βεβαιωθεί ότι η πόρτα σου ανοίγει ακόμη.
Και εκεί, χωρίς θεατές, χωρίς μουσική, χωρίς εκείνο το «τέλος» που φαντάζεσαι στις ταινίες, αποφασίζεις.
Δεν θα ξαναστείλεις.
Δεν θα ξαναρωτήσεις.
Δεν θα κρατήσεις κενό το πρόγραμμά σου για κάποιον που κρατά εσένα στο περίπου.
Δεν θα κάνεις άλλη φορά τον εαυτό σου μικρό για να μη φανείς απαιτητική μπροστά σε ανθρώπους που είχαν μάθει να σε θέλουν βολική.
Γιατί το πιο άγριο πράγμα δεν είναι να φύγεις θυμωμένη.
Είναι να φύγεις ήσυχα.
Να πάρεις πίσω την προσοχή σου, το σώμα σου, τα απογεύματά σου, τις Κυριακές σου, το όνομά σου από το στόμα ανθρώπων που το έλεγαν μόνο όταν χρειάζονταν κάτι.
Στις ακίνητες ώρες δεν αλλάζεις απλώς γνώμη.
Αλλάζεις διεύθυνση μέσα σου.
Και από εκεί και πέρα, όποιος θέλει να σε βρει, θα πρέπει να έρθει ολόκληρος.
